"Ο Δρόμος της Αυτοεξάρτησης"... Χόρχε Μπουκάϊ.

Επισκέπτεται κάποιος έναν σοφό και του λέει:
Θέλω να μου διδάξεις τη σοφία σου, θέλω να γίνω σοφός. Θέλω κάθε στιγμή να μπορώ να παίρνω τη σωστή απόφαση. 
Τι πρέπει να κάνω για να ξέρω ποια είναι η κατάλληλη αντίδραση σε κάθε κατάσταση;

Τότε, του λέει ο σοφός:
Αντί να σου απαντήσω σ’ αυτό που ρωτάς, θα σου κάνω μια ερώτηση: 
Βγαίνουν από μια καμινάδα δύο άντρες.  Το πρόσωπο του ενός είναι μουντζουρωμένο, του άλλου το πρόσωπο είναι καθαρό.  Ποιός από τους δύο θα πάει να πλύνει το πρόσωπό του;

Ε, καλά, είναι ολοφάνερο” λέει ο άντρας, “θα πάει να πλυθεί εκείνος που το πρόσωπό του είναι βρώμικο”.

Και ο σοφός απαντάει:
Το προφανές δεν είναι πάντοτε η κατάλληλη αντίδραση. Πήγαινε και ξανασκέψου το.
Φεύγει ο άντρας, συλλογίζεται επί δεκαπέντε μέρες κι επιστρέφει ικανοποιημένος για να πει στον σοφό:
Τι ανόητος που ήμουν! Τώρα κατάλαβα: θα πάει να πλυθεί αυτός που το πρόσωπό του είναι καθαρό. 
Γιατί αυτός που έχει καθαρό πρόσωπο βλέπει ότι το πρόσωπο του άλλου είναι βρώμικο, οπότε σκέφτεται ότι και το δικό του θα είναι βρώμικο. 
Γι’ αυτό θα πάει να το πλύνει. 
Αντίθετα, αυτός που έχει βρώμικο πρόσωπο, βλέπει ότι το πρόσωπο του άλλου είναι καθαρό και θεωρεί πως και το δικό του πρέπει να είναι καθαρό. 
Γι’ αυτό δεν θα πάει να πλυθεί.

Πολύ ωραία” σχολιάζει ο σοφός, “ωστόσο, η εξυπνάδα και η λογική δεν μπορούν πάντοτε να σου δώσουν μια συνετή απάντηση σχετικά με κάποια κατάσταση. 
Πήγαινε και ξανασκέψου το.

Φεύγει ο άντρας και πηγαίνει στο σπίτι του για να σκεφτεί. 
Αφού περνούν άλλες δεκαπέντες μέρες, επιστρέφει και λέει στον σοφό:
Τώρα ξέρω! Και οι δύο θα πλύνουν τα πρόσωπά τους.
Αυτός που έχει καθαρό πρόσωπο, βλέποντας ότι το πρόσωπο του άλλου είναι βρώμικο, νομίζει ότι και το δικό του είναι βρώμικο και γι’ αυτό πάει να πλυθεί. 
Από την άλλη, αυτός που έχει βρώμικο πρόσωπο, βλέποντας τον άλλο να πλένει το πρόσωπό του θα σκεφτεί ότι και το δικό του το πρόσωπο είναι βρώμικο, οπότε θα πάει κι αυτός να πλυθεί

Ο σοφός κάνει μια παύση και μετά προσθέτει:
Η αναλογία και η αντιστοιχία δεν σε βοηθάνε πάντοτε να φτάσεις στην σωστή απάντηση
Δεν καταλαβαίνω” λέει ο άντρας.
Ο σοφός τον κοιτάζει καλοσυνάτα και του λέει:
Πως γίνεται να κατεβούν δύο άντρες από την καμινάδα και ο ένας να βγει με βρώμικο πρόσωπο ενώ ο άλλος με το πρόσωπο καθαρό;
**************************************************************************************************************************************************************
Τις περισσότερες φορές, για να βρεις τη σωστή απάντηση το μόνο που χρειάζεται είναι κοινή λογική. 
Είναι η κοινή λογική που, χωρίς αμφιβολία, μας φωνάζει από το εσωτερικό μας εγώ που είναι πιο σοφό: “χρησιμοποίησε ό,τι έχεις για να ενισχύσεις τη δυνατότητά σου να φτάσεις εκεί που θέλεις!
Όλα αυτά που έχουμε στη διάθεσή μας, ονομάζονται βοηθήματα.
΄Οπως η ροή ενός ποταμού ακολουθεί την κοίτη πάνω στην οποία κυλάει το ποτάμι, έτσι η πορεία μιας ζωής είναι ο δρόμος απ΄όπου περνάει αυτή η ζωή . 
Από αυτήν την άποψη, κάθε μέσο που σου επιτρέπει να ξαναπάρεις τον δρόμο, να ανακτήσεις την πορεία σου, να ξαναβρείς το μονοπάτι ή να βρεις νέες διεξόδους μπροστά στις καταστάσεις που έχεις να αντιμετωπίσεις, είναι βοήθημα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Ο Δρόμος της Αυτοεξάρτησης Φύλλα Πορείας Ι

Έχω καλά και κακά νέα...

Τα κακά νέα είναι ότι χάσαμε το κλειδί για την πόρτα πίσω από την οποία κρύβεται το μυστικό της ζωής.
Τα καλά νέα είναι ότι δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη!!!! 
(Σουάμι Μπεϊγιοντανάντα)

Όταν οι άνθρωποι εμφανίστηκαν στον πλανήτη, μια ομάδα θεών συναντήθηκε κι αποφάσισε να παίξει ένα παιχνίδι:
Εγώ λέω να κρύψουμε το μυστικό της ζωής! είπε ένας. 
Καταπληκτική ιδέα!” συμφώνησε ένας άλλος. 
Που θα το κρύψουμε;” 
Ας το βάλουμε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού”, πρότεινε κάποιος. 
Όχι”, διαφώνησε ένας άλλος, “οι άνθρωποι θα ανέβουν ακόμα και στο βουνό που θα ονομάσουν Έβερεστ”. 
Τι θα λέγατε για το βυθό του ωκεανού;” ρώτησε κάποιος άλλος. 
“‘Οχι, θα επινοήσουν υποβρύχια”.

Για πολλή ώρα οι θεοί προβληματίζονταν προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη κρυψώνα. 
Τελικά ένας θεός είχε μια μεγαλοφυή ιδέα: 
Το βρήκα!” φώναξε. 
Να κρύψουμε το μυστικό της ζωής μέσα στον κάθε άνθρωπο. 
Ποτέ δεν θα σκεφτούν να ψάξουν εκεί!!!

Παραμένουμε στο σκοτάδι όταν αναζητάμε εξωτερικές λύσειςγια εσωτερικές ανάγκες.
Πιστεύουμε πως τα προβλήματά μας δημιουργούνται από αιτίες έξω από μας και μετά ζητάμε να επέμβουμε στον εξωτερικό κόσμο. 
Αλλά ακόμα κι όταν το πετυχαίνουμε, νιώθουμε κενοί, γιατί η εξωτερική κατάσταση δεν ήταν η αιτία του πόνου μας. 
Για να θεραπευτούμε πραγματικά, πρέπει να καταπιαστούμε με την εμπειρία μας στην πηγή της, που είναι οι πεποιθήσεις, οι συμπεριφορές και οι πράξεις μας.

Στο βιβλίο “Συνειδητή αγάπη” ο Γκέι και η Κάθλιν Χέντρικς διατυπώνουν τη βασική αρχή ότι το κάθε μέλος μιας σχέσης πρέπει να πάρει 100% ευθύνη για το καθετί που συμβαίνει στη σχέση τους και στον κόσμο τους.

Ισχυροποιήσε τον εαυτό σου αναγνωρίζοντας πως δεν είσαι το θύμα των περιστάσεων, αλλά η πηγή της εμπειρίας σου. 
Όλο το παιχνίδι αλλάζει όταν συνειδητοποιείς πως η απάντηση βρίσκεται μέσα σου.

Πάψε να θεωρείς οποιονδήποτε άλλον ως πηγή της εμπειρίας σου και ανέλαβε την ευθύνη για τη δημιουργία της ζωής που επιθυμείς. 
Η απάντηση είσαι ΕΣΥ!!!!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Alan Cohen Μια βαθιά ανάσα ζωής

Περί αιδούς ωδή.... Κυριάκος Κάππα.

Αιδώς αυτοίς, όπου Θεού την ύπαρξη αρνούμενοι, της υπερηφάνειας τους τον λογισμό στηρίζουν, πως πλάσμα ανώτερο στην πλάση δεν υπάρχει περ’ αυτών. 

Αιδώς αυτοίς, του έρωτα την ηδονή που λησμονάνε,, και την στιγμή που σπέρμα από μέσα τους ανάβλυσε πρώτη φορά θέλουνε να ξεχνούν, γιατί αμαρτία τους είπε κάποιος ειν’ μεγάλη.

Αιδώς αυτοίς, που θέλουν να μην βλέπουν πως τα πάντα ρέουν, κι επιμένουν να μην μπορούν να δουν τον θάνατο, στα κλάματα του βρέφους που η μαμή σφιχτά στα χέρια της κρατεί. 

Αιδώς αυτοίς, που για να μερώσουν την ψυχή από πέτρα που έχουν μέσα τους, αρέσκονται τα δένδρα απ’ όπου κούτσουρα θα κόψουν για να ζεσταθούν, να τα τραβούν και να τα βγάζουν με την ρίζα απ’ της γης τα σπλάχνα. 

Αιδώς αυτοίς, που ψάχνουν τον παράδεισο στον ουρανό να βρούνε, και δεν τον βλέπουν στ’ άδεια χέρια του ζητιάνου, στην μάννα που παρηγοριά γυρεύει, και στο παιδί που άλλο χρώμα απ’ το δικό μας έχει και δεν το χάιδεψε ποτέ κανείς.

Αιδώς αυτοίς, που δεν μπορούν να δούνε την ζωή που ακόμη εκεί είναι, στα γέρικα τα μάτια τα μεγάλα και στα χωρίς χρώμα αραιά μαλλιά, στα χείλη τα’ άσπρα τα στεγνά, και στα μάγουλα τα’ ανύπαρκτα τα ρουφηγμένα.

Αιδώς αυτοίς, τα όνειρά τους που δεν θέλουν ν’ αφηγούνται, να τα μοιράζονται με την μακρομαλλούσσα κόρη την ξανθιά και με τον γιό τους τον λεβέντη, γιατί και τα παιδιά τους τα ίδια θέλω ονειρεύονται.

Αιδώς αυτοίς, που μάθανε το χέρι να έχουν τεντωμένο το δεξί, και με τον δείκτη αυτόν που φταίει για όλα αδίστακτα να σημαδεύουνε, γιατί αυτοί σαν δικαστές ψυχή ‘χαν πάντα καθαρή, αφού τα χέρια πάντα πλένανε πριν σε δικάσουν.

Αιδώς αυτοίς, την άφεση που γύρεψαν για του Χριστού την σταύρωση, στου Ιούδα ‘κείνο στην Γεσθημανή στερνό φιλί, και δεν διστάσανε τον Βαραββά να ανταλλάξουνε, με ‘κείνον που έλεγε πως δρόμος της αγάπης θε να γίνει. 

Αιδώς αυτοίς, που δεν μύρισαν ποτέ την ευωδιά ενός ρόδου κόκκινου, γιατί φοβήθηκαν του μίσχου την όψη την τραχιά, και στάθηκαν απόμακροι να σεργιανάνε το δώρο της φύσης τούτο το ξεχωριστό.

Αιδώς αυτοίς, την κόλαση και τις φωτιές της επειδή πολύ φοβούνται, δεν έκαμαν σε πλάσμα αυτής της γης κακό ποτέ, μα μήτε και καλό θελήσανε να κάνουν σ’ άνθρωπο, μια και δεν ήταν απαραίτητο.

Αιδώς αυτοίς, όπου την γεύση την γλυκιά σαν νέκταρ του φιλιού του πρώτου δεν γυρεύουνε, να βρούνε πάλι σε χείλη ηδονικά σαρκώδη κόκκινα ξανά να την γευτούν, και λες και σ’ άλλονε αυτό συνέβη, από μακριά το διηγούνται και το σεργιανούν. 

Αιδώς αυτοίς, που δεν μπορούν να κλάψουν γιατί ο Ήλιος κάποτε θα πάψει να ανατέλλει, και τα’ άστρα τα όμορφα δεν θα χορέψουν λαμπερά ξανά, με τον Αυγερινό αντάμα και την Πούλια, μονάχοι μας για το κακό εμείς με πόνο θα θρηνούμε.

Αιδώς αυτοίς, της οργισμένης θάλασσας τον πόνο που χλευάσανε, και δεν κατάφεραν ποτέ ενώ το θέλανε να την διαβούν, και ‘κείνη που την χλεύη τους ποτέ δεν ξέχασε, σαν το τολμήσανε στα σπλάχνα της τους κράτησε βαθειά.

Αιδώς αυτοίς, τον θάνατο που τρέμουνε σαν έφτασε η ώρα να συναντηθούνε, όχι γιατί η ζωή τους τέλειωσε και δεν θα ζήσουν πια, μα επειδή του «θέλω κι άλλα» τους καρπούς, δεν πρόκαμαν να δοκιμάσουν. 

Αιδώς αυτοίς, που αρέσκονται θέλω και πρέπει στους άλλους να ορίζουνε, χωρίς ν’ αναλογίζονται στιγμή το πώς σοφή και δίκαιη η μοίρα είναι, και φρόντισε όλοι μας ν’ ανταμωθούμε πάλι, στου κόσμου ετούτου το στερνό το πρέπει.

Το λουλούδι είναι η ποίηση της αναπαραγωγής... Ένα παράδειγμα της αιώνιας σαγήνης της ζωής..! (Ζαν Ζιρωντού)

Το κορίτσι της ταβέρνας... (Θωμάς Γκόρπας)

«Κορίτσι μωβ λουλούδι από φως
ξεκινημένο από τις βραδινές παρυφές λόφου
τι ήρθες τι ήρθες στη μικρή ταβέρνα
και χαμογέλασες στον πόθο και στο λόγο
τα δυο παράξενα παιδιά που είχαν νυστάξει;
Κορίτσι μωβ λουλούδι από φως
ξεκινημένο από τις βραδινές παρυφές του έρωτα τι ήρθες
χωρίς προοπτικήν αγάπης;
Θλίψη αόριστη συγκεκριμένη χαρά
αν ήθελες να στάξεις λίγο από το λάδι σουτ στην πληγή μας…
Κορίτσι μωβ χαμογελαστό φως
μικρή μωβ κάρτα που καρφώθηκε ξαφνικά στην καρδιά μας
με τρεις κόκκινες λέξεις: Είμαι το βράδυ.

Να φύγεις μωβ φως που ματώνεις τα μάτια μας
να φύγεις μωβ φως που μας κερδίζεις.
Αφού δεν ήρθες για μας αφού δεν ήρθες για κανέναν από μας
τι μας χαμογελάς τι μας χαμογελάς
κλείνοντας τα παράθυρα και την πόρτα της ταβέρνας;
Να φύγεις μεγάλη πυρκαγιά σε ελάχιστο χώρο
σταματημένε θάνατε μακρύ ρίγος χωρίς αμοιβή
μωβ φως αποθέωση βραδινή κακέ έρωτα που εκδικείσαι.
Να φύγεις αφού μας ρήμαξες να φύγεις…

Τώρα λέμε το χαμένο τραγούδι.
Εσύ δεν ξέρεις. Ξέρεις πως μας ρήμαξες χωρίς προσπάθεια.
Εσύ δεν ξέρεις. Ξέρεις
πως είσαι άρωμα σπάνιο στην αγορά
πως είσαι φως σπάνιο στο βράδι
πως είσαι έρωτας σπάνιος στην καρδιά.»

"Νύμφη πνεύμα του γλυκού νερού"..!

Οι Νύμφες ήσαν κατώτερες γυναικείες θεότητες, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν στην φύση. 
Ήσαν πανέμορφες, τραγουδούσαν και χόρευαν στα λιβάδια, τις πλαγιές και κοντά στις πηγές. 
Υμνούσαν τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. 
Όπως αναφέρει ο Όμηρος μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη με τις Χάριτες, στο βουνό Ίδα στην Τροία και ορισμένες φορές τον χορό οδηγούσε ο θεός Απόλλωνας. 
Οι Νύμφες ως υπάρξεις τοποθετούνταν μεταξύ θεών και θνητών, δεν ήσαν αθάνατες, ζούσαν όμως επί μακρόν και τρέφονταν με αμβροσία.

Είχαν συγγένεια με τους θεούς και μάλιστα ο Ερμής θεωρούνταν γιος της νύμφης Μαίας, ενώ γενικά επικρατούσε η αντίληψη πως ήσαν κόρες του Δία. 
Άλλοι πάλι τις θεωρούσαν κόρες ποταμών…………..είτε του μεγαλύτερου ποταμού του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών. 
Έτσι, κάθε περιοχή είχε τους ποταμούς της και καθένας είχε γεννήσει τις Νύμφες της περιοχής αυτής, π.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ο γεννήτορας των Νυμφών της Τροίας. 
Πολύ συχνά έδιναν τα ονόματά τους σε κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα.

Ήσαν κατ’ εξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. 
Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι την μεγάλη σημασία του για την ύπαρξη ζωής, καθότι χωρίς αυτό δεν υπάρχει βλάστηση ή γονιμότητα. 
Μέσω λοιπόν της ζωογόνου δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. 
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών.

Το πιάνο... Κώστας Καρυωτάκης.

Μπροστά στο πιάνο κει το μεγαλόπρεπο
πανώρια κόρη κάθεται
κι απλώνει στ’ άσπρα πλήχτρα του ανάλαφρα
τα χέρια της τ’ ασπρότερα.

Ριγούν αυτά στ’ ονειρευτό της άγγισμα
κι όλο πηδάν χαρμόσυνα
στα χάδια που τα δάχτυλα τ’ αφρόπλαστα
ατέλειωτα σκορπίζουνε.

Και χύνονται στη μυρωμένη κάμαρα
που λάμπει ολοφώτιστη
τρελοί σκοποί, απόκοσμοι, ουράνιοι
και μελωδίες βαγνέριες.

Γιομάτη πόνο μια στροφή ακούγεται,
βαριά χτυπούν τα δάχτυλα,
και σαν σιγοπηδά το πιάνο φαίνεται
πως τρέμει μες στο θρήνο του.

Και τ’ ανθογυάλι’ αυτά που το στολίζουνε
κουνιούντ’, ανατριχιάζουνε
με τ’ άνθια τους μαζί, που χάμω γέρνουνε
θαρρείς από τη λύπη τους.


Μέσα στην νύχτα περπατώ και ψάχνω ένα χάδι... (Νίκος Ορφανίδης)

Καρδιά αλήτισσα

Μέσα στην νύχτα περπατώ 
και ψάχνω ένα χάδι
σαν νυχτοπούλι τριγυρνώ
στης λύπης το σκοτάδι
με μια καρδιά αλήτισσα
σ' αλήτικο φεγγάρι

Έχω καρδιά αλήτισσα
τις νύχτες που αρμενίζει
σαν πεταλούδα του χιονιά
σε έρωτες φτερουγίζει

Ξέρω περνάει ο καιρός
κι εγώ δεν είμαι ο πρώτος
με τα φεγγάρια να μιλώ
στης μοναξιάς το χνώτο
με μια καρδιά αλήτισσα
να βρει αγάπης τόπο

Νίκος Ορφανίδης 

Να σας πω ένα μυστικό;

Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο. 
Αλλά ποιος είπε ότι ο ήλιος θέλουμε να φωτίζει όλες της πτυχές της ζωής; 
Τα σκοτεινά μονοπάτια που περπατάμε μόνοι ή το ημίφως της ζωής είναι εκείνο που μας χαλαρώνει, η φλόγα στο τζάκι που βλέπουμε να σιγοκαίει στο σκοτάδι, και ύστερα ξαφνικά να θεριεύει και να γίνεται πιο φωτεινή , ώσπου να σκοτιδιάσει πάλι, είναι τα σκαμπανεβάσματα της ζωής που τα βλέπουμε μπροστά μας.

Αν δεν υπήρχε το σκοτάδι, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως; 
Αν δεν υπήρχαν τα ψέματα, πώς θα κυριαρχούσε η αλήθεια; 
Αν δεν υπήρχαν τα μυστικά, τι λόγο θα ’χε όλη η ύπαρξη μας;
 Αν κάθε μέρα δε μαθαίνουμε και κάτι καινούριο;

Πολλές φορές, όσα λιγότερα γνωρίζουμε τόσο καλύτερα αισθανόμαστε… 
Οι άνθρωποι που δε γνωρίζουν πολλά είναι και οι πιο ευτυχισμένοι… γιατί, για να μας κρύψουν κάτι, σίγουρα υπάρχει λόγος.

Να σας πω ένα μυστικό; 
Ακόμα και αν μας πουν όλα τα μυστικά, πάλι κάτι δε θα μάθουμε… 
Πάλι κάτι θα μείνει κρυφό για πάντα, για να συντροφεύει το μυστήριο που λέγεται ζωή!
Συνήθως τα παιδιά λένε τα μυστικά σε όλους… 
Λένε, όμως, ότι αυτό είναι το μυστικό τους! 
Με τον τρόπο αυτό προσδίδουν αξία στο άτομο που μαθαίνει το μυστικό.

Σημασία έχει όχι τόσο να έχουμε μυστικά από αλλού, αλλά να μην έχουμε μυστικά από τον ίδιο μας τον εαυτό… 
Μίλα με τον εαυτό σου, πες του όλα τα μυστικά, και ζήτα του να κάνει το ίδιο… 
Αυτή η μέθοδος είναι η καλύτερη γνωριμία με τον εαυτό σου.

Και εκεί που κάθεσαι και πίνεις μόνος τον καφέ, η μοναξιά είναι η μόνη συντροφιά. 
Είναι εκείνη που σε ηρεμεί, που χαϊδεύει το νου, που ακονίζει το μυαλό, που καθαρίζει τη σκέψη.
Και εκεί ακριβώς έρχονται τα μυστικά να σου κρατήσουν συντροφιά, γιατί είναι μόνο δικά σου, σου ανήκουν και εξαφανίζονται όταν είσαι με κόσμο, από φόβο μη μαθευτούν. 
Τότε πάνε και καταλαγιάζουν σιωπηλά στα βάθη της ψυχής, και εκεί ακίνητα μένουν σαν λιμνάζοντα νερά στη σκέψη σου και μόνο.  
Δεν τα εξωτερικεύεις… 
Εξάλλου, ξέρεις ότι δεν θέλουν και όλοι να τα ξέρουν, δεν τους απασχολεί η αλήθεια!

Κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν τις αλήθειες. 
Κάποιους, ίσως, δεν τους ενδιαφέρει κιόλας. 
Τα μυστικά είναι τα κοινά στοιχεία ένωσης των ανθρώπων, αλλά και ένας λόγος αποξένωσής τους. 
Ποιος θέλει να ξέρει, άλλωστε, όλη την αλήθεια για τα πάντα; 
Ο φόβος του ανθρώπου τόσο για το αύριο που φαντάζει αβέβαιο, όσο και για το χτες που ναι μεν πέρασε, αλλά ίσως δεν το μάθαμε ολόκληρο, κάνει το άτομο να αποστασιοποιείται από την αποκάλυψη μυστικών.

Συνήθως τα μυστικά αφορούν κάτι πολύ καλό ή πολύ κακό , κάτι το οποίο πρέπει να παραμείνει κρυφό, ίσως να επισφραγιστεί και με ψέμα… 
Τα ψέματα φαντάζουν ιδανικά μπροστά στον τρόμο της αποκάλυψης μιας μη επιθυμητής αλήθειας

Κρύψε στα βάθη της ψυχής ό,τι σε πληγώνει, σε ανησυχεί, ό,τι θες να ξεχάσεις από το παρελθόν , ότι δε θες να ζήσεις στο μέλλον…
Ντύσε με τον μανδύα της λήθης τα άσχημα μυστικά που έμαθες… και μην ψάχνεις για άλλα!
Στη ζωή κρύβουμε τα άχρηστα να μη φαίνονται, αλλά και τα πολύτιμα από φόβο μη μας τα κλέψουν… και δε μιλάμε πάντα για υλικά αγαθά… κρύβουμε ακόμα και τα όνειρα, μη μας τα κλέψουν, γιατί είναι πολλοί και οι κλέφτες ονείρων!
Και όταν θα κοιμάσαι ήσυχη τα βράδια…. 
Ξεδίπλωσε  τα καλά μυστικά και βάλε αυτά στο μαξιλάρι σου για να σε συντροφεύουν και να σου χαρίσουν γλυκό ύπνο και διώξε τις κακές σκέψεις ή  τα μυστικά που σε πλήγωσαν… 
γιατί η ζωή συνεχίζεται… και χωρίς αυτά…

Μην ψάχνεις το καθετί, στάσου στα λίγα, στα απαραίτητα, σε εκείνα που οφείλεις να ξέρεις. 
Μη σκαλίζεις τα παλιά… μη σε αγχώνουν τα καινούρια…. 

Και όταν ένα παιδί σας πει: 
«Να σου πω ένα μυστικό»; 
Να ξέρετε ότι σας αγαπάει πολύ… γιατί τα μυστικά είναι κομμάτι του εαυτού μας και τα μοιραζόμαστε μόνο με όσους  αγαπάμε…
Η νύχτα κρύβει πράγματα… με το σκοτάδι της, φωτίζονται μόνο εκείνα που πρέπει, φωτίζει μόνο τα ωραία, εκείνα που αξίζει να φαίνονται… 
Γίνε, λοιπόν, και συ νύχτα  και σκέπασε με το βαθύ μαύρο πέπλο σου τα επώδυνα και άφησε να αναδειχτούν τα όμορφα πράγματα της ζωής…

Ίσως, όταν ξημερώσει, να ανακαλύψεις μια αλήθεια που δε θα σου αρέσει. 
Μην αναρωτιέσαι, λοιπόν, γιατί υπάρχουν μυστικά. 
Είναι για να σε προστατεύσουν , όταν το φως του ήλιου θα αρχίζει να φωτίζει όλα εκείνα που δε θες….

Εδώ σε αγαπάω... (Πάμπλο Νερούδα)

Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.
Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,
αποπέμποντας η μια την άλλη.

Σα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.
Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.

Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.
Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!
Κατάμονο.
Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργο
κι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.

Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.
Κι εδώ είν' το λιμάνι.
Εδώ σ' αγαπάω.
Εδώ σ' αγαπάω εγώ!

Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!
Εσένα σ' αγαπάω εγώ. επιμένω.
ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.
Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μου
και πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,
τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.

Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.
Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτερα
μόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.
Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείνα
που με τρώει αδίκως.

Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.
Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.
Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.
Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.

Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνω
τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,
τα πεύκα μες στον άνεμο
λαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σου
με τις πευκοβελόνες τους.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις... (Πάμπλο Νερούδα).

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά. 
Κι άμα κλαις μου αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:

Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες τη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή. 

Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη. 
Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή. 

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία. 
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα. 
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Λυπάσαι τις σκασμένες, τις πολυκαιρισμένες βάρκες; Αυτές δε λυπούνται... Έχουν να σου διηγηθούν ιστορίες..!...

Ένα ξερό δαφνόφυλλο... Κώστας Καρυωτάκης.

Ένα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,
το πρόσχημα του βίου σου, και θ’ απογυμνωθείς.
Με δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,
που το χειμώνα απάντησε στου δρόμου εκεί τη μέση.

Κι αφού πια τότε θα ’ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις
ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,
θ’ ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,
κι όλη τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.