Φιλίππο Τομμάζο Μαρινέττι, «Στον Πήγασό μου»

Ορμητικέ θεέ, μιας ατσάλινης φυλής,
μεθυσμένο αυτοκίνητο του διαστήματος
που ποδοκροτείς και τρέμεις από αγωνία
ροκανίζοντας το χαλινάρι με τα δόντια να τρίζουν...
Φοβερό γιαπωνέζικο θεριό, με μάτια σιδηρουργείου,
θρεμμένο με φλόγα και λάδια ανθρακικά
που δεν χορταίνεις τους ορίζοντες, τις αστρικές λεηλασίες...

Ελευθερώνω την καρδιά σου που βροντά διαβολικά
ελευθερώνω τις γιγάντιες σαμπρέλες σου, 
για το χορό που εσύ ξέρεις να χορεύεις
διασχίζοντας τους λευκούς δρόμους όλου του κόσμου!...
Χαλαρώνω επιτέλους τα μεταλλικά σου ηνία,
κι εσύ ορμάς με ηδονή μέσα στο Άπειρο, τον ελευθερωτή!
Στο ουρλιαχτό της δυνατής φωνής σου
ο ήλιος σ’ ακολουθεί στη δύση του
επιταχύνοντας στον ορίζοντα, το αιμόφυρτο καρδιοχτύπι του...

Κοίταξε, πώς καλπάζει, πέρα, στα βάθη των δασών!...
Τι σημασία έχει, όμορφέ μου δαίμονα;
Εγώ είμαι στην εξουσία σου!... Πάρε με!... 
Πάρε με!... Πάνω στην εκκωφαντική γη, 
κι ας δονείται σύγκορμη από πολυφωνικούς ήχους·
κάτω απ’ τον τυφλωμένο ουρανό, κι ας είν’ γεμάτος άστρα,
πηγαίνω, ερεθίζοντας τον πόθο και τον πυρετό μου,
μαστιγώνοντάς τους με δυνατά σπαθίσματα.
Και κάπου κάπου σηκώνω το κεφάλι και νιώθω στο λαιμό
μαλακά να με σφίγγουν τα χέρια χέρια έξαλλα στον άνεμο, 
δροσερά και βελούδινα...
Είναι τα χέρια τα δικά σου, μαγευτικά και μακρινά που με τραβούν, 
κι ο άνεμος είναι η πνοή σου, της αβύσσου η πνοή,
ω Άπειρο δίχως βυθό, που με χαρά μ’ απορροφάς!...

Α! Α! βλέπω ξάφνου ανεμόμυλους μαύρους, βραδυκίνητους,
που μοιάζουν να τρέχουν στα πάνινα σπονδυλωτά φτερά τους 
σαν σε μακριά πόδια...
Τα βουνά ετοιμάζονται να πετάξουν στη φυγή μου 
μανδύες αργοσάλευτης δροσιάς, εκεί, 
σ’ εκείνη την αποτρόπαια στροφή...
Βουνά! Τερατώδη αγέλη από Μαμούθ 
βαριά καλπάζετε, σκύβοντας τις πελώριες κορυφές σας,
προσπερνάτε, τυλιγμένα στο γκρίζο κουβάρι της ομίχλης!

Κι ακούω ν’ αντηχεί ακαθόριστος ο θόρυβος 
που αποτυπώνουν στους δρόμους
οι μυθικές εφτά λεύγες μπότες των κολοσσιαίων ποδιών σας...
Ω βουνά με τους δροσερούς γαλάζιους μανδύες !...
Ω ποτάμια όμορφα που αναπνέετε ευτυχισμένα στο σεληνόφως !
Ω σκοτεινές πεδιάδες!... Σας προσπερνώ τρέχοντας!...
Πάνω στο ξέφρενο θεριό μου!
Αστέρια! αστέρια μου! ακούτε τη βιασύνη των βημάτων του;...
Ακούτε τη φωνή του, που θρυμματίζει η οργή...
την εκρηκτική φωνή του, που ουρλιάζει, ουρλιάζει...
και τη βροντή των σιδερένιων πνευμόνων του 
που καταρρέουν ορμητικά ατέλειωτα;...

Δέχομαι την πρόκληση, ω άστρα μου!...
Πιο γρήγορα!... Ακόμη πιο γρήγορα!...
Χωρίς σταματημό, μήτε ανάπαυση!...
Άφησε τα φρένα! Δεν μπορείς;
Σπάστα, λοιπόν, ώστε ο σφυγμός της μηχανής 
να εκατονταπλασιάσει την ορμή του! 

Ζήτω! Μακριά απ’ αυτή την ακάθαρτη γη!
Ξεφεύγω, τέλος, κι ευκίνητα πετώ, 
πάνω απ’ το μεθυστικό ποτάμι των άστρων
που πλημμυρίζει το μεγάλο κρεβάτι τ’ ουρανού!

μτφρ. Μαρία Στεφανοπούλου

Αχ αυτά τα μάτια της... (Γιάννης Ποταμιάνος)

Αχ αυτά τα μάτια της τα έκπληκτα
Τα αμήχανα, τα φοβισμένα
Που χάνονται στα όνειρα, στα βάσανα
τα πάθη
Ουρλιάζουν την αδυναμία τους
Κραυγάζουν την μοναξιά τους

Αχ αυτά τα μάτια της τα ευγενικά
τα υποταγμένα, τα ταπεινά
Που κρέμασαν σαν δάκρυα το θυμό τους
την απόγνωση, την θλίψη
Πόσο λαίμαργα προσμένουν την αποδοχή
Την επιβεβαίωση
Την κατανόηση

Αχ αυτά τα μάτια της τα τρυφερά
τα γλυκά, τα ονειροπόλα
Πόσο πικραμένα μπορούν να γίνουν
Σαν κοιτάζουν τα δικά μου

Αχ αυτά τα μάτια τηςουρλιάζουν
Σαν νοιώσουν την απειλή
του φεγγαριού
Σπαρταρούν σαν ιδρωμένακορμιά
Μέσα στην λαγνεία τους
Εκστασιάζονται
Και χτυπούν, μάτια μαχαίρια
Μάτια στιλέτα
Μάτια τσεκούρια στριφογυρίζουν,
Απειλούν

Αχ αυτά τα μάτια της Τείχη υψώνουν υπερηφάνειας
Με την παγωμένη ομορφιά τους
την γαλαζοπράσινη
Τρέχουν σαν ποτάμια ανάμεσά μας
Βουρκωμένα
Χείμαρροι βίαιοι ορμητικοί
Με παρασέρνουν
Με εκμηδενίζουν

Τα 7 θαύματα του κόσμου...

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα
Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά “επτά θαύματα του κόσμου”.

Παρ’ ότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:
1. Οι πυραμίδες της Αιγύπτου
2. Το Τaj Mahal
3. To Grand Canyon
4. Το κανάλι του Παναμά
5. To Εmpire State Building
6. Η βασιλική του Αγίου Πέτρου
7. Το σινικό τείχος

Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια, δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο.
Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της. 

Το κορίτσι απάντησε: 
Nαι, έχω λίγο πρόβλημα. Δεν μπορώ να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…

Ο δάσκαλος τότε της είπε: 
πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε.

Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε: 
“Πιστεύω τα επτά θαύματα του κόσμου είναι…
1. Να βλέπεις…
2. Να ακούς…
3. Να αγγίζεις…
4. Να γεύεσαι…
5. Να αισθάνεσαι…
6. Να γελάς…
και
7. Να αγαπάς…

Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια, που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε…..

Φεγγαρολουσμένη... (Νίκος Ορφανίδης)

Στην φυλακή της μοναξιάς πάλι φυλακισμένη 
 μέσα σε βράδια ανήμερα και φεγγαρολουσμένη 
το όνειρο στ’ αζήτητα να ψάχνεις κάθε βράδυ 
μήπως και πιάσεις μια χαρά και μιας αγάπης χάδι

Στους δρόμους της ανατολής που λένε τα γραμμένα
μη ψάχνεις χάδια αδέσποτα με ψέμα ποτισμένα
τσιγάρα είναι της στιγμής που καιν τα περασμένα
κι αφήνουν πάντα αμυχές και μάτια δακρυσμένα

Μες στης ζωής την καταχνιά γυρνάς απελπισμένη
μέσα στου νου τα ασύμμετρα να τρέχεις φοβισμένη
του έρωτα τα χρώματα να κρύβουν τα σκοτάδια
μέσα στο κάστρο της σιωπής της μοναξιάς καράβια

(Νίκος Ορφανίδης)

"Και τα μάτια στο θάμπωμα ανοιχτά... Και τα μάτια σαν σε όραμα χαμένα"..!

ASPIRATION
Και τα μάτια στο θάμπωμα ανοιχτά και τα μάτια σα σε όραμα χαμένα, και τα μάτια στο θάμπωμα πνιχτά τα καράβια κοιτάζουνε μακριά, τα καράβια σαν όραμα χαμένα.
Μιάν αυγή είχαν αφήσει τη στεριά, τα πανιά τους σαν όραμα απλωμένα, και μπροστά τους γελούσαν τα νερά και τριγύρο σκιρτούσανε φτερά στα πανιά τους στον άνεμο απλωμένα.
(Κωνσταντίνος Χατζόπουλος)

Αμαρτίες... Νίκος Ορφανίδης..!

Βραδιάζει πάλι κι σιωπή με αρμενίζει 
 αυτός ο δρόμος να μη βγαίνει πουθενά 
μες στο μυαλό μου μια σκιά στριφογυρίζει 
να μου σκαλίζει τα ζωής μου τα κενά

Και να ζυγίζω πάλι ενοχές
και να πονάν οι αμυχές
να ψάχνω τις αιτίες
να μου μιλώ με την σιωπή
για το σπασμένο μου κουπί
γι’ αγάπης αμαρτίες

Βραδιάζει πάλι στης σκιάς το μετερίζι
ψάχνω με τρόπο το κλειδί της μοναξιάς
να την ρωτάω τι ναι αυτό που με ορίζει
και δεν υπάρχει μιας αγάπης φορεσιά

Πόσο μόνος είμαι... Γιάννης Ανδρεόπουλος..!



Πόσο μόνος είμαι! 
Κανείς δεν ακούει την κραυγή μου,
την καρδιά μου που τρέχει σαν τραίνο. 

Πόσο μόνος είμαι! 
Εγώ που μοίρασα την αγάπη μου δίκαια, 
που έγραψα για όλους ένα καλό λόγο, 
που ανίχνευσα την άνοιξη στις καρδιές τους. 
Σκληροί, ανελέητοι, αδιάφοροι, 
μου καρφώνουν όλοι τους ανεξαίρετα, 
τους ήλους, στα ρημαγμένα χέρια μου..

"Ω, η καρδιά μου θα ήταν σκλάβα αν με αγκάλιαζε"... (1000 πΧ)

Ω, η καρδιά μου θα ήταν σκλάβα αν με αγκάλιαζε.
Κάθε κεφάλι γυρίζει -μοναδικό της σφάλμα-
να την κοιτάξει.

Ευτυχισμένος αυτός που στο τέλος θα τη σφίξει
στην αγκαλιά του,

πρώτος θα σταθεί ανάμεσα σ’ όλους τους νέους εραστές.
Το μάτι ακόμα την ακολουθεί
τη στιγμή που αυτή έχει κιόλας βγει απ’ το πεδίο του,

Μια μόνο θεά,
μοναδική.

Ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα που έχουν βρεθεί ποτέ ανήκει σε άγνωστο Αιγύπτιο ποιητή, που έγραφε το 1000 πΧ:

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα..! (Γιώργης Παυλόπουλος)

art-of-cg-girls:
“Lyssic ~ Commission by Alexandra Jury
”

"Δίχως την ευχή σου, Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ... Μεγάλωσα πολύ, Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί".

Το όνειρο... ( Elisavet komninou).

Απόψε είδα στον ύπνο μου 
 σε μια ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ , 
 φλόγες πολλές και δυνατές , 
 και μόνος είχα μείνει... 

Εκεί στις φλόγες πάλευα 
 και εκείνες αγριεύαν 
κάηκαν όλα γύρω μου..
κι ακόμη θεριεύουν.. 

Με έναν καυτό λυγμό 
- εξυπνησα 
 με έναν κόμπο στο λαιμό 
θυμήθηκα 
 ότι απέραντη είχα πεί 
την αγάπη μας αυτή 
 μα πάλι , 
αποκοιμηθηκα.. 

Το όνειρο συνέχισε 
και εγώ μέσ ' τα καμμένα 
βλέπω πανώρια κοπελιά 
να κλαίει μαραζωμενα... 

Αυτή ήταν η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ 
βοήθεια ζητούσε 
και δεν κατάλαβα ο τρελός 
πώς με... 
ΜΟΙΡΟΛΟΓΟΥΣΕ... 

( Elisavet komninou)

Δεν αγαπάς μια γυναίκα επειδή είναι ωραία... Είναι ωραία... επειδή την αγαπάς... (Ντόρια Βαλληνδρά)

Γυναίκα... 

Ότι και να γράψω, θα είναι λίγο...
Πολλοί ζήλεψαν την δόξα της... 
Κρυφοκοίταξαν την ζωή της... 
Μελαγχόλησαν στον πόνο της..
Μπλέχτηκαν στα δίχτυα της ηδονής της... 

Δεν είναι μια λέξη με επτά γράμματα... 

Είναι ένας ολόκληρος αδιόρατος και απροσμέτρητος κόσμος.... 
Είναι η ανάσα της αεικίνητης ζωής... 
Είναι το γλυκό αθρόο φιλί της... 
Είναι το απαλό χάδι της... 
Είναι το ερωτικό κάλεσμα της... 
Είναι το αποκορύφωμα του έρωτα στα σατέν σεντόνια... 
Είναι η χειμωνιάτικη λιακάδα... 

Πως να περιγράψεις τι σημαίνει γυναίκα σε μια ψυχρή οθόνη ενός υπολογιστή... 
Ποιά θάλασσα δεν ζητάει τον ουρανό της... 
Ποιός βράχος δεν ζητάει το κύμα του... 
Ποιά βροχή δεν ζητάει την σταγόνα της.... 
Ποιος άνδρας δεν ζητάει την γυναίκα... 
Το χάδι της... 
Το βλέμμα της... 
Την αγκαλιά της... 
Την αισθησιαρχία της... 

Σαν σύζυγο, σαν μάνα, σαν ερωμένη, σαν φίλη... 
Οπως και να είναι... πάνω από όλα είναι γυναίκα... 
Και οι γυναίκες είναι σαν τα αστέρια... 
Ο ουρανός είναι γεμάτος... 
Ομως εσύ θέλεις, ποθείς, αγαπάς, λιώνεις... για ένα αστέρι μόνο... 

Η ζωή δεν είναι φτιαγμένη από μεγάλα πράγματα... 
Είναι φτιαγμένη από χαμόγελα, γλυκά φιλιά και χάδια... που σου γεμίζουν την καρδιά και σου στηρίζουν το κορμί με θάρρος, δύναμη, αγάπη και έρωτα... 

Η γυναίκα έχει το φώς μέσα της... 
Μπορεί και φέγγει προς τα έξω... 
Ετσι καταφέρνει να μας οδηγήσει στο σκοτάδι.... 
Να μας χαρίσει την λάμψη, να μας καθοδηγήσει σωστά και να μπεί μέσα μας, την στιγμή που όλος ο υπόλοιπος κόσμος ίσως βγαίνει... 
Και να την αγαπάς για πάντα... 
Με μια αγάπη θεική... 
Και να θυμάσαι... 
Δεν αγαπάς μια γυναίκα επειδή είναι ωραία... 
Είναι ωραία... επειδή την αγαπάς...

Ντόρια Βαλληνδρά

Γυναίκα της υπομονής, μήτρα του κόσμου γέννα... (Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης)

Γυναίκα της υπομονής...

Γυναίκα της υπομονής, μήτρα του κόσμου γέννα,
αμέρωτη λιποθυμιά, του πόθου συ μια πένα
γυναίκα της υπομονής των αστεριών το λάμπος,
χρυσή βροχή η ζήση σου στα μάτια μου το θάμπος.

Το πάθος τρέχει πάνω σου σαν το νερό της βρύσης,
που 'χει την νερομάνα της, στα δροσερά της φύσης
εκεί που πέρδικες λαλούν κι αηδόνια σιγολένε,
τον όμορφό σου το σκοπό στα χείλη σου που καίνε.

Γυναίκα της υπομονής, μητέρα συ και κόρη
αγκάλιασε τα σύννεφα, γινού κορφή στα όρη,
ψηλά εκεί στο γαλανό να στέκει η μορφή σου,
δίπλα στην Θεομήτορα στεφάνι και αφήσου
.

Τα μάτια σου μια λευτεριά, τα στήθια σου μετάξια,
τα χέρια σου τα λιόχαρα στη δούλεψή τους ειν' άξια,
σταγόνες δρόσου χύνονται στο μέτωπο σαν Ήρας,
σε κειο το φαρδοπέτωπο που στέκει μόνο χήρας

Αλώβητη ανασαιμιά, λουλούδι του ανέμου
που λούζεσαι στην ερημιά, χωρίς μιλιά Θεέ μου,
τ' αμέρωτα τα κρόσσια σου, των μαύρων των μαλλιών σου
πως κρέμονται κι αφήνονται στον άσπρο το λαιμό σου.

Γυναίκα της υπομονής, αγράμπελη της νιότης
το ρίγος της ανασαιμιάς το φως και ζωοδότης,
τα στήθια σου χορεύουνε στο κάθε σου το βήμα
τρελό χορό του έρωτα, του πόθου συ το κύμα.

Αμόλυντη αποθυμιά, στέργω στην θύμησή σου,
στις νύχτες των καλοκαιριών επάνω στο κορμί σου,
να λούζομαι στα κύματα των ρόδινων χειλιών σου
και μέσα κει ν' αφήνομαι ερέτης των φιλιών σου....

Αχ των φιλιών σου η ξεψυχιά να φραζε την πνοή μου...

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης

Το πιο δύσκολο στη ζωή είναι... Να μάθεις ποιες γέφυρες να περάσεις... Και ποιες να κάψεις..! (Laurence J Peter)

Stolen Wave and Forth Bridge by wentloog on Flickr.

Φεμινισμός: όταν στα ελαττώματα των γυναικών προσθέτονται και ανδρικά ελαττώματα (Νταβιντόβιτς)

mirrorwave13:
“Black Widow by MartaNael
”

Ένα λουλούδι εγύρεψα, μονάχα ένα λουλούδι... Μα ίσως και νά᾽τανε πολύ αυτό που σας ζητούσα..! (Μυρτιώτισσα)

enricomazza9:
“ Ho proprio dovuto condividere questa immagine @WeHeartIt http://weheartit.com/entry/228595030/via/Erasmo9
”
Ένα λουλούδι εγύρεψα, μονάχα ένα λουλούδι μ᾽ολόγλυκη ευωδιά.
Κι εγώ το αντάξιό του για σας θε νά ᾽λεγα τραγούδι να σας ευφράνω την καρδιά.
Κανένας δε μου τό᾽φερε καθώς το λαχταρούσα, και με περίζωσε ο καημός.
Μα ίσως και νά᾽τανε πολύ αυτό που σας ζητούσα, νά᾽ταν ανθέων ανθός.
Μυρτιώτισσα, «Ένα λουλούδι»

Η ζωή αλλάζει, αλλά δεν χάνεται... Η ελπίδα σβήνει, αλλά ποτέ δεν πεθαίνει!..!

Η... Σκάλα..!

Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη... αλλά.. Είμαι o λύκος, o κακός o λύκος και δεν γίνεται..! (Αργύρης Χιόνης)

Διψάω γι’ αγάπη, πεινάω γι’ αγάπη, πονάω γι’ αγάπη..
Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη...
αλλά..
Είμαι o λύκος, o κακός o λύκος και δεν γίνεται..
Δεν είναι δυνατόν τέτοια αισθήματα νά έχω..Γιατί αν το μάθουνε τα πρόβατα,
θα πέσουνε να με σπαράξουν...


Ένας λύκος αισθηματίας - Αργύρης Χιόνης

......αλλη μια πανσεληνος....που θαθελα να ' σουν εδώ.... (Elisavet Komninou)

rain8800:
“Photo by @annamcaughty on instagram
”
......αλλη μια πανσεληνος....που θαθελα να ' σουν εδώ....
Τελικά , αναρωτιέμαι , και σε ρωτάω φεγγάρι μου.....
ΤΑ ΕΚΑΝΑ ΜΑΝΤΑΡΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ...Η' ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ...?????????
Τα όμορφα φεγγάρια θέλουν , δυό ζευγάρια ματια , να τα κοιτούν.....
...εγω εδώ , εσύ εκεί....
ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΑΜΕ ...ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΑΜΕ........

Ο κόσμος μέσα... Από ένα μπουκάλι..!

Η γυναίκα από τον... Thomas Donaldson..!

Η kounia bella, μπορεί με λίγη φαντασία και παιχνιδιάρικη διάθεση... Να μετατραπεί από «όαση» ύπνου..!

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού... (Γιάννης Ρίτσος).

Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. 
Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο. 

Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους. 
Κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης. 

Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. 
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. 
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο. 
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. 

Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. 
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν. 
Γι᾿ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.

Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου... Λονδίνο..!

xshayarsha:
“Victoria and Albert Museum, London.
”
❤⚘

Τα λουλούδια σου Μάη μου...Και τα κρίνα σου Μάη μου... Σινιάλο σου κάνουν..!

Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Το σύννεφο και ο αμμόλοφος... (Πάουλο Κοέλιο)

Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο.
Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. 
Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.
Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. 
Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν’ απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

– Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. 
Η έρημος είναι όλη ίδια!
Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε.
Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο. 
Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. 
Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. 
Την ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.

– Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;
– Έχω την συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. 
Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή.
Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;
– Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.
– Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. 
Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.
– Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;
– Μου δίνει την εντύπωση ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.
Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. 
Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή.  Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο.

Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:
– Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;
– Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.
– Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους . 
Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. 
Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια.

Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. 
Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.
– Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. 
Αν και μόλις έφτασα, σ’ έχω ερωτευθεί και θα θελα να μείνω εδώ για πάντα.
– Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. 
Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.
– Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. 
Μεταμορφώνεται. 
Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.

Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο. 
Την επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. 
Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. 
Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία δρόσιζε τους ταξιδιώτες με τη σκιά των δέντρων της.
Και όλα αυτά επειδή κάποια μέρα ένα ερωτευμένο σύννεφο δεν φοβήθηκε να δώσει την ζωή του για την αγάπη.