Της αγάπης ο χιτώνας... Νίκος Ορφανίδης.

Στην βροχή στο ξεροβόρι
στον χιονιά και στην σιωπή
ήσουν ένα πεφταστέρι
ήσουν χάδι της αυγής
μες στις νύχτες του χειμώνα
που μιλούσε η μοναξιά
της αγάπης τον χιτώνα
μου ‘δινες για φορεσιά

Σκέπαζες την μοναξιά μου
και της νύχτας την σιωπή
κένταγες τα όνειρα μου
στ’ ουρανού σου την αυλή
τώρα σύννεφα σκεπάσαν
τον μικρό μου ουρανό
κι’ αργοσβήνει η καρδιά μου
στης σιωπής σου τον βυθό

Πάλι μόνος στους ανέμους
στης σιωπής την σκοτεινιά
χάθηκε το πεφταστέρι
χτίζει γι’ άλλον την φωλιά
ήρθαν άτακτες εικόνες
χάθηκε κι φορεσιά
τον δικό μου τον χειμώνα
ξανά πήρα αγκαλιά

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι... (Κώστας Καρυωτάκης)

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

(Κώστας Καρυωτάκης)

Κυρία των μέσα μου ανέμων... (Γιάννης Αγγελάκας)

Κυρία των μέσα μου ανέμων,
δεν θέλω ν' αρνηθώ ό,τι ακριβώς σε οδήγησε, 
να σπείρεις μέσα μου την ευλογία της κίνησης,
της πράξης,
να ρίξεις το σκοινί
στο σκοτεινό κι αλλόκοτο πηγάδι,
που χρόνια λαθροζούσα,
για να βρεθώ ξανά στο λαμπερό σου κόσμο,
τον θαυμαστό, τον πληγωμένο.

Σου υπόσχομαι να ξεκοιλιάζω κάθε βράδυ,
τους θλιβερούς ορίζοντες της λογικής μου,
ν'απογειώνομαι από τις φλούδες του γραπτού μου λόγου,
στους πλησιέστερους φιλάσθενους πλανήτες,
κάθε φορά και μ' ένα αλλιώτικο τραγούδι,
να ξεμουδιάζω γλείφοντας τον κοφτερό σου σκελετό.

Κι ούτε ένα Μάιο δε θ' ανεχτώ,
να σκύψει πάνω μου,
με λόγια σκωπτικά
και σύριγγες
και φαγωμένα χείλη,
να ειρωνευτεί την αδειανή και χυλωμένη μου πατρίδα.

Πιο ριψοκίνδυνος κι από το Ναζωραίο,
θα περπατήσω πάνω απ'την κινούμενη
τη σαρκοφάγο άμμο,
που διατηρεί απρόσιτες τις χώρες των ιερών παλιάτσων
και των σεληνιασμένων γελωτοποιών,
τραυλίζοντας λόγια ισχνά
μα και σπουδαία.


Θ'αποσυρθώ στις προθανάτιες κοιλάδες των λοιμών
και της αγάπης,
όπου απ'το μαύρο χώμα τους διάσπαρτα ξεφυτρώνουν
κορμιά ανθρώπινα διαμελισμένα,
πλάι στις φεγγαρολουσμένες παπαρούνες.

Ίσως κι εγώ εκεί να λησμονήσω τον τραυματία ουρανό
και ν'αρχινήσω ένα τραγούδι που θα λέει μόνο
"σ'αγαπώ, σ'αγαπώ".

Και σαν τελειώνει θα σταματάνε τα ποτάμια
κι οι οδοντοστοιχίες θα εκρήγνυνται
και θα γεμίζει ο αέρας πέταλα καρατομημένων ανθών,
καρπούς γυναικείων χεριών
και λιωμένα κοσμήματα.

Κυρία των μέσα μου ανέμων
τιμώρησέ με αν θες,
γύμνασέ με στο γέλιο και στον πόνο.
Είμαι ο οριστικός εραστής σου,
ο αόριστος,
ο τωρινός και ο παντοτινός,
ο πιο ανώριμος,
ο πιο σοφός.

Τώρα πια γνωρίζω τι μ'οδηγεί να υποτάσσομαι
στην ετοιμόρροπη και ασθενική σου θέληση.

Γιάννης Αγγελάκας

Το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα που είχε σημασία... (Τσαρλς Μπουκόφσκι)

Το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα που είχε σημασία.
στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και το νοίκι
το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση για όλα
κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα
τότε η ζωή ήταν στ' αλήθεια ωραία.

κατάντησε να μας γίνει συνήθεια, τρόπος ζωής.

πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο μπουκάλι;
μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς, τολμηρούς.
κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες
ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.

το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε ένα γύρο και να συζητάμε για βιβλία και λογοτεχνία και να βάζουμε στα ποτήρια μας κι άλλο κρασί. 
ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο νόημα για μας.
είχαμε, βέβαια, και τις περιπέτειές μας:
τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την αστυνομία.

προκόψαμε με το ποτό και με την τρέλα και με τη συζήτηση.
όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν κάρτα
εμείς συχνά δεν ξέραμε καν ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.

είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία, όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε
έτσι που κάποια μέλη απλώς εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,
μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο μα συνεχώς νέοι οπαδοί κατέφθαναν.

ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού Συμβουλίου.

* * *

τώρα πίνω μόνος μες στο ήσυχο δωμάτιό μου στο
δεύτερο πάτωμα που βλέπει το λιμάνι του San Pedro .
είμαι άραγε εγώ ο τελευταίος των τελευταίων;

αρχαία φαντάσματα αιωρούνται μέσα και έξω απ' αυτό το δωμάτιο.
μόλις που μισοθυμάμαι τα πρόσωπά τους. 
με κοιτάζουν, οι γλώσσες τους κρέμονται έξω. 
σηκώνω το ποτήρι μου προς το μέρος τους.
παίρνω ένα πούρο, το κολλάω στη φλόγα του αναπτήρα μου.
ρουφάω βαθιά και να μια λάμψη γαλάζιου καπνού καθώς
στο λιμάνι ένα πλοίο βαράει τη σειρήνα του.

μοιάζουν όλα με μια καλή παράσταση, καθώς αναρωτιέμαι πάλι:
τι γυρεύω εγώ εδώ;

(Τσαρλς Μπουκόφσκι)

Τα παλιά χρόνια οι γυναίκες ήταν δέντρα...

"Τα παλιά χρόνια οι γυναίκες ήταν δέντρα.
Τα πόδια τους τα αγκάλιαζε η τρυφερή γη. 
Τα στήθη τους, δυο σκληρά εξογκώματα στον αιώνιο κορμό, τα χέρια τους κλαδιά, τα μαλλιά τους παρακλάδια και φύλλα. 
Όταν βρέχει, οι χυμοί ανεβαίνουν από το νοτισμένο χώμα και δροσίζουν τα σωθικά τους. 
Αν αφουγκραστεί κανείς προσεκτικά την ώρα που ο άνεμος φυσάει μέσα από τα φυλλώματά τους, μπορεί να ακούσει το χαμόγελό τους. 
Αν παρατηρήσει τις ραβδώσεις του κορμού μπορεί να ανακαλύψει μια έκφραση αρχέγονης σοφίας και απεριόριστης ανοχής."

Μια προσέγγιση στο βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου Μέλισσες Ιέρειες.

Το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές δεν έχει μνήμη... (Τόλης Νικηφόρου)

«Το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές
δεν έχει μνήμη
δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα και χαμό
δεν φώτισε εκτελέσεις
γιαυτό σαν από θαύμα
αστράφτει, και πάλι στην αιώνια εφηβεία του
λέει καλημέρα σας παιδιά
αγγίζει εδώ κι εκεί τα δέντρα
πιάνει κουβέντα με το αδέσποτο σκυλί
το χάραμα δεν έχει μνήμη
έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως και
το απλώνει χωρίς δισταγμό πάνω στον κόσμο»
(Τόλης Νικηφόρου)

Ξημέρωσε, το φως του ήλιου ανέτειλε... (Αμπού Ναουάς)

Ξημέρωσε, το φως του ήλιου ανέτειλε
Γι’ αυτό διώξε τις έγνοιες και τη θλίψη σου
ήρεμα, αγόγγυστα και χωρίς ίχνος ενοχής.

Σε βεβαιώνω, δεν είμαι από εκείνους
που εγκαταλείπουν την τέρψη,
δεν μεταμελούμαι ποτέ για τη χαρά

(Αμπού Ναουάς)

Το τριαντάφυλλο... Νικηφόρος Βρεττάκος.

Είδα στον ύπνο μου, πως μίκρυνες.
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο,
Φρέσκο, σαν άκοπο. Σ’ είχα
στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα,
πήγαινα –
Πέρασα κι άφησα
δεξιά τον Ταΰγετο. Στάθηκα μόνο,
τον κοίταξα λίγο, ξαναπήρα τον δρόμο μου κι’ όλο
πήγαινα, πήγαινα –
Πού να σε βάλω;
Όλη η γής είναι στήθος μου.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ... (ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ)

maureen2musings:
“ Isla Blanca pepe_soho
”
Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

(μετ.  Παύλος Μάτεσις)

Μητέρα... "Κορίτσι λυπημένο"..! (Μίλτος Σαχτούρης)

Ces mensonges la laisse songeuse …
«Μητέρα κορίτσι λυπημένο χαρούμενο στον τάφο με το γαλάζιο φόρεμα να πέφτεις, σκύλε μ’ αγκάθια με το γαλάζιο φόρεμα, καθαρό δίχως αίμα δίχως του ήλιου την κακή κραυγή σκύλε με κόκκινα αγκάθια στο μαύρο περιβόλι το νεκρό να πέφτεις μαύρο μάτι της ζυγαριάς, βαριά η ζυγαριά από τη φλόγα κι απ’ το γαλάζιο φόρεμα να πέφτεις»

(Μίλτος Σαχτούρης)

"Φόρεσες την μάσκα της αγάπης και ήρθες μες στην νύχτα να με βρεις" (Νίκος Ορφανίδης)

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει..! (Σαπφώ)

artofrestraint:
“Carl Friedrich Deckler (1838-1918)
Vestalin mit Efeugirlande (Vestal with Ivy Garland)
”

"Ένας ούριος άνεμος... Πλημμύρισε τον κόσμο των ονείρων μου..!

Ένα αντικείμενο που πάντα με μάγευε... Ήταν η πένα..!

"Δεν υπάρχει πόρτα, μήτε κλειδαριά, ούτε ένα μπουλόνι για να μπορέσετε με αυτά να περιορίσετε την ελευθερία του μυαλού μου"... (Βιρτζίνια Γούλφ)

Ο Θάνατο του Σωκράτη... Απο τον Ζακ-Λουί Νταβίντ..!

Φωτογραφία του χρήστη Χαραλαμπάκης Γιάννης.
Ο Ζακ-Λουί Νταβίντ το 1787 ζωγράφισε τον Θάνατο του Σωκράτη, πίνακα στον οποίο απεικονίζεται ο Σωκράτης πριν πιει το κώνειο, περιτριγυρισμένος από τους δώδεκα μαθητές του. 
Ο Νταβίντ προσπαθεί να πετύχει συσχετισμό με τους δώδεκα μαθητές και το τελευταίο δείπνο του Ιησού Χριστού.

Απ’ τους σταθμούς, καθάρματα ορμίστε κυματοειδές... (Αρθούρ Ρεμπώ)

Παρισινό όργιο... (Αρθούρ Ρεμπώ)

Απ’ τους σταθμούς, καθάρματα ορμίστε κυματοειδές!
Από του ήλιου τις ακτίνες είναι πλυμένη
Η δημοσιά, όπου βάδιζαν των βαρβάρων οι ορδές.
Η πόλη ιερή εδώ μπροστά σας απλωμένη!

Εμπρός! Έσβησε η φωτιά κι δε θα ξανασηκωθεί.
Να των προκυμαίων τα φανάρια, ιδού οι δρόμοι, κι εδώ
Παν’ από σας τ’ ανέφελα ουράνια, εκεί
Προσφάτως σμήνη των βομβών έσερναν το χορό.

Νεκρά και τα παλάτια, και οι οικίες με πόρτες ανοιχτές.
Ο φόβος της ημέρας περασμένης μεταπλάστηκε σε θάρρος.
Ορίστε, εδώ κοπάδι πουτανών που υπόσχονται γιορτές…
Εμπρός! τα πισινά και μπροστινά, ο φάρος!

Ω! σκυλολόι σε εποχή γαυριάσματος με ρούχα κουρέλια!
Η νίκη σας η πύρρειος σας κάνει τέρατα σαρκοβόρα.
Η νύχτα της ακολασίας ήρθε, και οι σπασμοί εντέλεια
Στενεύουν τους οδούς. Καταναλώστε, ήρθε η ώρα!

Να πιείτε! Κι όποτε το φως, σαν γροθιά στο μάτι,
Θα σας ξυπνήσει από του αλκοόλ την μεταλλαγή,
Θα είστε σώμα δίχως πνεύμα απλωμένο στο κρεβάτι.
Δεν πρόκειται να καταλάβετε πως είναι η αυγή. 

Η πρόποση για την βασίλισσα με πλαδαρό της πισινό!
Νύχτα που σκίζει ο βήχας τα σωθικά των κολασμένων,
Και δίπλα χοροπηδάει το συρφετό το καθημερινό:
Λακέδες, κόλακοι, ηλίθιοι, και πλήθος μεθυσμένων.

Ω! ρυπαρές καρδιές! Ω! σιχαμερές γαστέρες!
Πιο δυνατά ρουφήξτε, με το βρομόστομο-οπή!
Για τη γιορτή κακίας, γεμίστε της σαμπανιέρες
Ω! Θριαμβευτές στεφανωμένοι με ντροπή!

Να αναπνέετε τα εξαιρετικά σας αέρια,
Στο δηλητήριο τις άκρες των γλωσσών βουτήξτε!
Παν’ απ’ τα κεφάλια σας, σταυρώνοντας τα χέρια
Ο ποιητής σας λέει: «Παλιάνθρωποι, λυσσάξτε!

Τις χερούκλες σας χώσατε στης Γυναίκας την πληγή,
Με φόβο και λαγνεία έχετε πάνω της σκύψει,
Ενώ εκείνη, κατεχόμενη από την θεϊκή οργή
Εσάς, τα βρωμιάρικα παλιοτόμαρα θα πνίξει.

Παλιάτσοι, άρχοντες, κομπάρσων διάφορων ορδές,
Τι είναι για το Παρίσι-κορασίδα, που δεν σας είχε συνάξει,
Η σάρκα σας, το πνεύμα, το δηλητήριο, και οι κραυγές;
Ως σαπίλα απαίσια, από τον εαυτό της θα αποτινάξει.

Θα πέσετε, απ’ τις φιδότρυπες, θα σας πετάνε κλοτσηδόν, 
Θα ικετεύετε να σας αφήσουν τις συνηθισμένες λιχουδιές.
Θα υψωθεί το στήθος της κόκκινης εταίρας των μαχών,
Και πάνω από σας θα σφίγγονται γροθιές.»

Παρίσι! ποτέ δεν γνώρισες τις ορδές αιμοχαρές,
Μες στην καρδιά σου το μολύβι θαμποφέγγει.
Κείσαι ανάσκελα, κι είναι θλιμμένες κι αυστηρές
Οι κόρες των ματιών σου, όπου η καλοσύνη τρεμοφέγγει.

Ω! πόλη μαρτυρική. Ω! πόλη μισοπεθαμένη.
Όμως το βλέμμα σου στο Μέλλον σ’ έχει οδηγήσει.
Και του Παρελθόν ο σκότος, ω! πόλη ξαπλωμένη,
Από τα βάθη των αιώνων θα σε ευλογήσει!

Η σάρκα σου γεννήθηκε για βάσανα,
Και της ζωής αβάσταχτης οι νόμοι θα ισχύσουν,
Ξανά θα ψηλαφήσουν το κορμί σου κρύα χέρια
Και τα σκουλήκια τα χλομά στο αίμα σου θα διεισδύσουν.

Αυτά τα έρποντα του κακού είναι στην κλίνη επιθανάτια,
Την ανάσα προόδου δε μπορούν να διακόψουν.
Δε θα σβήσουν τα νερά του Στυξ της Καρυάτις τα μάτια,
Εδώ της οικουμένης τ’ άστρα θα προκόψουν.

Πόλη-πληγή τεράστια, δυσώδης,
Μέσα στη Φύση τέτοιο θέαμα, να μη δει κανείς.
Ας είναι φοβερή η όψη σου, αλλά ο ποιητής μανιώδης, 
Θα επαναλαμβάνει: «Είσαι αστέρας αειφανής!»

Εξυψώθηκες από την καταιγίδα στην ποίηση μεγάλη,
Αναβρασμός παθών αδάμαστων σπιθοβολεί,
Βροντά ο θάνατος, αλλά ο θρίαμβος θα έρθει πάλι,
Ω, πόλη εκλεγμένη! ακούς; Η σάλπιγγα καλεί!

Ο Ποιητής σου θα θυμάται όλα: των αθλίων τους λυγμούς,
Το μίσος και των καταδίκων τις κατάρες.
Εδώ τα θηλυκά στου έρωτα ρίχνει τους καημούς,
Σκορπίζει τις στροφές: «Εμπρός! Ληστές και διακονιάρες!»

Έρχεται η τάξη… Ξανασυνδέονται τα νήματα των ροών.
Στους παληοοίκους ανοχής ξανά ο ρόγχος των οργίων,
Και κυριεύει το παραλήρημα των αναπνοών,
Για να ριχτεί στα ύψη μαύρων ουρανών.

Να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ... «Είναι όμορφη θεά εδώ και γέρος κουρασμένος σε άλλα μέρη»

Το όνειρο που έπλασα σαν ήμουνα παιδί θέριεψε και ζωντάνεψε μες τη δική σου αγκάλη... (Ρένα Πάλμου Κοκκίνου)

تجاعيد وجوهنا أتت مبكرة .. مع فراق صديق خيبة حبيب خبر حزين تجاعيدنا لم تأتي بسبب طول العمر بل بكثرة الأشتياق والحنين والخيبة
Από την κ. Ρένα Πάλμου Κοκκίνου

Το όνειρο που έπλασα σαν ήμουνα παιδί θέριεψε και ζωντάνεψε μες τη δική σου αγκάλη
ύμνο λατρείας έψελνα και άναβα δαδί  σε σένα που μου χάριζες του έρωτα τα κάλλη
Μες το αλέτρι της ζωής ζευγάρωσες κοντά μου και βόηθαγες και έδινες ότι εγώ και συ Ήσουνα
πάντα αρωγός στη πίκρα στη χαρά μου μα μες τη στεναχώρια μου της λησμονιάς κρασί
Το βάδισμά σου λίκνισμα αιθέρια οπτασία απ τη καρδιά σου ανάβλυζε χείμαρρος καλοσύνης
και βγήκες όπως πλάστηκες τότε στη φαντασία υπόδειγμα σε όλα σου και της αξιοσύνης
Και ω θεσπέσια χαρά μου έδωσες μια μέρα όταν χαράματα πρωί ακούστηκε φωνή
που ήταν σαν να έλεγε έλα εδώ πατέρα να δεις καρπό που έδωσε ο έρωτας γι αυτή

Η νύχτα είναι μεγάλη κι εγώ ψάχνω τα ίχνη σου ...

Η νύχτα είναι μεγάλη κι εγώ ψάχνω τα ίχνη σου ...
Φέξε αγαπη μου να βρώ το δρόμο μου
Γίνε ο φάρος μου μες στο σκοτάδι
Φέξε πιο έντονα κι απ'το φεγγάρι
Να σε εντοπίσω μέσα στο βράδυ.
Βοήθα με...
Μ'ασφάλεια να αρμενίζω στις άπειρες φουρτούνες της ζωής,
έχοντας τα αστερένια μάτια σου παρέα κι οδηγό
δε φοβάμαι τίποτα
αρκεί να λάμπουν για πάντα για μένα .........

Αν μιλούσαν τα φυτά... Η γλώσσα τους θα ήταν η ωραιότερη μελωδία..!

gardenofelegance:
“ “ Garden of Eleganceಌ
” ”
Αν μιλούσαν τα φυτά, η γλώσσα τους θα ήταν η ωραιότερη μελωδία και ο μεγαλύτερος ύμνος προς τον Δημιουργό τους. 
Κάρολος Λινναίος

Η θάλασσα δεν είναι πόθος... Αλλά φόβος του βυθού..!

justbeingnamaste:
““I am not afraid of storms, for I am learning how to sail my ship.”
― Louisa May Alcott
”
“Οι πληγές δεν ανθίζουν πια σε ποιήματα και τραγούδια · κακοφορμίζουν μονάχα.
Η θάλασσα δεν είναι πόθος που πλέει στ’ανοιχτά αλλά φόβος του βυθού.
Τι έγινε η χαρά της ζωής που καταχτούσε την κάθε στιγμή ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;
Τώρα πόνος κανένας δε μαστίζει το κορμί αλλά το μέσα το αλυσοδένει ένας νέος παντοδύναμος τύρρανος: ο φόβος.
Ήρθε ο φόβος και σάρωσε όλα τα πάθη.
Κατερίνα Αγγελάκη...

Το αρχαιότερο ερωτικό ποίηµα...

Γαµπρέ, αγαπηµένε της καρδιάς µου, σαν το µέλι γλυκιά είναι η οµορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπηµένο της καρδιάς µου µε µάγεψες.

Άσε µε να σταθώ τρέµοντας, µπροστά σου, να σε αγγίξω µε το χάδι µου.
Το χάδι µου είναι ακριβό, πιο απολαυστικό είναι από την οµορφιά.
Σαν το µέλι µε το γάλα.

Γαµπρέ, πες στη µητέρα µου, θα σου δώσει λιχουδιές.
Στον πατέρα µου, θα σου δώσει δώρα. Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω.

Γαµπρέ κοιµήσου στο σπίτι µας ως την αυγή, τη καρδιά σου ξέρω πώς να ευχαριστήσω.
Λιοντάρι κοιµήσου στο σπίτι µας ως την αυγή.

Εσύ, επειδή µ’ αγαπάς, κύριέ µου, κύριε προστάτη µου, Σουσίν µου,
εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ, άγγιξέ µε, µε το χάδι σου.

Χρονολογείται περίπου στο 2037 π.Χ. Θεωρείται, το αρχαιότερο ερωτικό ποίηµα που έχει βρεθεί ποτέ.
Το έργο έχει εκτεθεί ήδη σε διάφορα µουσεία του κόσµου.

Μες στο φτηνό ξενοδοχείο... Και στα σεντόνια των πολλών..!

tx-gentleman:
“- TX|G
”
Μες στο φτηνό ξενοδοχείο και στα σεντόνια των πολλών
μες σε καθρέφτες δίχως μνήμη θα ξεκινήσουμε λοιπόν
γλιστρούν τα όνειρα στον ύπνο όπως τα τρένα στο σταθμό
και στην ανάσα σου γυρεύω κάποιο αρχαίο σκηνικό

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια που ‘μαι τόσο μοναχή
νιώθω πως γερνώ τα βράδια και χρωστάω στη ζωή
ίσως φταίνε τα φεγγάρια και πολλοί με λεν τρελή
που όλο ψάχνω στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί
ίσως φταίνε τα φεγγάρια ίσως πάλι φταις κι εσύ

(Τάσος Σαμαρτζής)