Η κόκκινη ομορφιά... (Γκυγιώμ Απολλιναίρ)

Στέκομαι εδώ μπροστά σε όλους ένας άνδρας σοβαρός 
Γνωρίζοντας τη ζωή και από τον θάνατο 
ό,τι μπορεί να ξέρει ένας ζωντανός 
Έχοντας περάσει τις λύπες και τις χαρές του έρωτα 
Έχοντας μάθει πώς να επιβάλει τις ιδέες του κάποιες φορές

Γνωρίζοντας αρκετές γλώσσες
Έχοντας ταξιδέψει αρκετά 
Έχοντας ζήσει τον πόλεμο στο Πυροβολικό και στο Πεζικό
Έχοντας τραυματιστεί και εγχειριστεί στο κεφάλι 
Έχοντας χάσει τους καλύτερούς του φίλους 
στη φρίκη της μάχης 

Ξέρω όσα ένας άνθρωπος μπορεί να ξέρει απ' τα παλιά 
κι απ' τα καινούργια 
Και χωρίς να μ' απασχολεί αυτός ο πόλεμος σήμερα
Ανάμεσά σας και για σας φίλοι μου
Κρίνω τη μακρά διαμάχη μεταξύ της παράδοσης 
και της επινόησης Της Τάξης και της Περιπέτειας 

 
Εσείς που το στόμα σας είναι φτιαγμένο κατ' εικόνα του Θεού 
Στόμα που είναι τάξη από μόνο του
Να είστε επιεικείς όταν μας συγκρίνετε
Με εκείνους που ήσαν η τελειότητα της τάξης 
Εμάς που παντού την περιπέτεια αναζητούμε 

Δεν είμαστε εχθροί σας
Να σας χαρίσουμε θέλουμε απέραντες και παράξενες περιοχές
Όπου το μυστήριο σαν άνθος προσφέρεται σ' εκείνους που θέλουν να το δρέψουν
Υπάρχουν εκεί καινούργιες φωτιές και χρώματα 
που δεν τα 'δες ποτέ 

Χιλιάδες άπιαστες φαντασιώσεις 
Που πρέπει να τους δώσουμε υπόσταση πραγματική
Θέλουμε να εξερευνήσουμε την απέραντη χώρα της καλοσύνης 
     όπου τα πάντα είναι σιωπηλά 
Υπάρχει ο καιρός να βγεις στο κυνήγι 
και ο καιρός να γυρίσεις σπίτι 

Τον οίκτο σας για μας που πολεμούμε πάντα στα όρια
Του απεριόριστου και του μελλοντικού 
Τον οίκτο σας για τα λάθη μας 
τον οίκτο σας για τις αμαρτίες μας 

Να λοιπόν έρχεται το καλοκαίρι η βίαιη εποχή
Κι η νιότη μου έχει χαθεί όπως η άνοιξη
Ω Ήλιε είν' η εποχή του πυρωμένου Λόγου 

Κι εγώ περιμένω 
Να ακολουθήσω τις ευγενικές και απαλές μορφές της
Για να μπορέσω μόνο να την αγαπήσω 
Έρχεται και με τραβάει όπως ο μαγνήτης το σίδερο
Όμορφη στην όψη 
Σαν μια αξιέραστη κοκκινομάλλα

Τα μαλλιά της χρυσά μπορεί κανείς να πει 
Μια ωραία λάμψη που διαρκεί 
που οι φλόγες της αγέρωχα πορεύονται 
μες στα άνθη που μαραίνονται 



Αλλά εντάξει γελάστε, γελάστε μαζί μου
Όπου κι αν είστε και ειδικά αν είστε από δω
Γιατί υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν τολμώ να σας πω 
Τόσα πολλά πράγματα που δεν θα μ' αφήνατε να πω
Δείξτε λοιπόν έλεος για μένα

Σε ψάχνω χρόνια τώρα... (Μίλτος Γήτας)

para56:
“The best way to succeed is to discover what you love and find a way to leave your fingerprints.
”
Σε ψάχνω χρόνια τώρα στο σκοτάδι. 
Σε αφορμές και σε αιτίες.
Στις γειτονιές που έπαιζα παιδί. 
Στις γειτονιές που θα παίζει το παιδί μου.
Στις ουρές των σκέψεων μου. 
Στα δάκρυα που κύλησαν. 
Σε ψάχνω χρόνια τώρα…
Στην ελευθέρια μου και στη φυλακή μου. 
Στις αντοχές και στις πνοές μου.
Στο κρασί που με μέθυσε. 
Στις λέξεις που μας πόνεσαν. 
Σε ψάχνω χρόνια τώρα…
Στις εκφράσεις των προσώπων. 
Στα μακρινά ταξίδια της εφηβείας μου.
Στις σύντομες διαδρομές της ενηλικίωσης. 
Σε ψάχνω χρόνια τώρα στα θέλω, στα όχι και στα μη.
Σε ψάχνω χρόνια τώρα κάθε που νιώθω το φόβο της μοναξιάς.
Σ’ αποκαλώ ποίηση, σ’ αποκαλώ μάνα. 
Σε ψάχνω χρόνια τώρα και σ’ αποκαλώ θάνατο.
Σ’ αποκαλώ παιδί μου…

Τάσος Λειβαδίτης... "Περιμένοντας το βράδυ".

wabisabimind:
“Zo Perlin
”
«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας, και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας, το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα,
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.

Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος..
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι..
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό,
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο,
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε,
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα, τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα, ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά..»

Άνδρας και γυναίκα στο κρεβάτι στις 10 μμ... (Τσαρλς Μπουκόφσκι)

joeinct:
“Photo by Andreas Heumann
”
Νιώθω σαν κόνσερβα με σαρδέλες, είπε.
Νιώθω σαν έμπλαστρο, είπα.
Νιώθω σαν σάντουιτς με τόνο, είπε.
Νιώθω σαν τομάτα κομμένη σε φέτες, είπα.
Νιώθω σαν νά’ρχεται βροχή, είπε.
Νιώθω σαν να σταμάτησε το ρολόι, είπα.
Νιώθω σαν η πόρτα νά’ναι ξεκλείδωτη, είπε.
Νιώθω σαν ένας ελέφαντας να μπαίνει μέσα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να πληρώσουμε το νοίκι, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρούμε καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να μη θέλω να δουλέψω, είπα.
Νιώθω σαν να μη νοιάζεσαι για μένα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να παρακάνουμε έρωτα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε περισσότερο έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να θέλω ένα ποτό, είπε.
Νιώθω σαν να θέλω λίγο ουίσκι, είπα.
Νιώθω σαν να καταλήγουμε σε κρασί, είπε.
Νιώθω σαν να’χεις δίκιο, είπα.
Νιώθω σαν να παραδίνομαι, είπε.
Νιώθω σαν να χρειάζομαι ένα μπάνιο, είπα.
Νιώθω σαν να χρειάζεσαι ένα μπάνιο, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να σαπουνίσεις την πλάτη μου, είπα.
Νιώθω σαν να μην μ’αγαπάς, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ, είπα.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα μου τώρα, είπε.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα σου κι εγώ, είπα.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ τώρα, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ εγώ πιο πολύ απ’ό,τι εσύ εμένα, είπα.
Νιώθω υπέροχα, είπε. Νιώθω σαν να θέλω να ουρλιάξω.
Νιώθω σαν να θέλω να συνεχίσω για πάντα, είπα.
Νιώθω σαν να μπορείς, είπε.
Νιώθω, είπα.
Νιώθω, είπε.

ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ... ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ.

Φωτογραφία της Μοσκιού Λίτσα.
Μοναχικό το βράδυ απόψε,
τριγυρνώ ψάχνοντας
συντρόφους της σιωπής,
να κουβεντιάσουμε
με τα χέρια απλωμένα
πάνω απ’ τη φωτιά του καστανά,
να σκύψουμε τα κεφάλια
ταπεινά ζητώντας συγχώρεση
για τα εγκλήματά μας…

Το παιδί που πάγωσε εκείνη τη νύχτα
έξω απ’ τη πόρτα μας…
το πρωί απλά το λυπηθήκαμε,
κι όταν το πήραν,
καθαρίσαμε το πεζοδρόμιο
κι έτσι ξεχάσαμε πιο γρήγορα.

Κι ένα άλλο βράδυ
Αυγουστιάτικο θυμάμαι
που ο γείτονας
σκότωσε τη γυναίκα του
πάνω στο μεθύσι του
-κι ενώ ξέραμε την αρρώστια του-
πριν εμείς τον κερνούσαμε
κάθε τόσο.
Ύστερα από εκείνη τη μέρα
δε ξαναγοράσαμε πιοτό
κι έτσι πέρασε κι αυτό.

Κι όλο κάτι γινόταν στις ζωές μας
που εμείς πάντα δε φταίγαμε
εξάλλου τι σημασία έχει τώρα πια
οι αλλόκοτες ιστορίες
τελειώνουν
μόλις σβήσει
η φωτιά του καστανά.

Τα παράθυρα... (Καβάφης)

«Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.»

Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πολυτέλειες... Όμως από τη στιγμή που τις αποκτήσουμε, δεν είναι στη φύση μας να τις αποχωριζόμαστε..!

Το πιο όμορφο πάνω στη γη;... Ο ουρανός..!

Good morning.. Have fun today! You deserve it 💙

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ... ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ

Ακροβατεί η ψυχή μου... 

πάνω σε σημεία στίξης…

ώρες ώρες αυτό το κόμμα….

γίνεται δρεπάνι..

και με θερίζει...

μια παρένθεση …

μου περιορίζει το όνειρο…

κάποια αποσιωπητικά με κάνουν να διστάζω …

ένα θαυμαστικό καρφώνεται στη καρδιά μου…

μια παύλα δε μ αφήνει πια να μιλήσω…

μια αγκύλη με απομονώνει ….

Κι ένα ερωτηματικό … συνεχίζει να κρατάει το σχοινί

τεντωμένο …

Μα επιτέλους που είναι αυτή η τελεία …

Ποτέ δε μ’ άρεσε αλήθεια να γίνω ακροβάτης…

Διήγημα: «Είμαι γυναίκα»... Της Αρετής Καμπίτση.

ko-no-ko:
“ Carolyn Murphy photographed by Kelly Klein
”
Είμαι γυναίκα. 
Δεν θα μπορούσα να είμαι τίποτα άλλο. 
Έχω όνειρα και ανασφάλειες. 
Θέλω να αγαπώ και να αγαπιέμαι. 
Να ερωτεύομαι και να με ερωτεύονται.

Είμαι γυναίκα και αυτό μου το θυμίζουν κάθε φορά τα σημάδια στο πρόσωπο και στο σώμα μου. 
Είναι εκεί και φέρουν την ζωή μου. 
Είναι η υπογραφή όσων έζησα και έχουν καταγραφεί πάνω στο ολόγυμνο κορμί μου σαν σφραγίδες.
Συνοφρυώνω το πρόσωπό μου και γύρω από τα μάτια μου σχηματίζονται έντονες γραμμές. 
Ρυτίδες τις ονομάζουν. 

Εγώ τις ονομάζω εμπειρίες. 
Είναι το γέλιο μου και το κλάμα μου. 
Οι χαρές μου και οι λύπες μου. 
Τελευταία απέκτησα κάμποσες από δαύτες και θα παραμείνουν εκεί γιατί είναι η ζωή μου. 
Τα τρανταχτά γέλια μου, τα έντονα κλάματά μου, οι αγωνίες μου και οι ανυπομονησίες μου τις χάρισαν.

Στο σώμα μου έχω σημάδια σαν κάθετες γραμμές. 
Ραγάδες τις ονομάζουν. 
Εγώ τις ονομάζω μητρότητα. 
Μου τις πρόσφεραν  τα παιδιά μου. 
Τις αγαπώ γιατί αγαπώ τα παιδιά μου. 
Είμαι μέρος τους και είναι μέρος μου. 
Δεν θα υπήρχαν εκεί αν δεν υπήρχαν τα παιδιά μου. 
Είναι η ζωή μου.

Με αγαπώ και αγαπώ τα σημάδια μου. 
Μου αρέσει να τα δείχνω και νοιώθω υπερήφανη που τα έχω. 
Δεν κρύβομαι δεν ντρέπομαι. 
Θα ήταν σαν να ντρέπομαι για όσα έκανα κι έζησα. 
Σαν να κρύβομαι από την ίδια μου την ζωή.

Όσοι είναι δίπλα μου  τα αγαπούν. 
Γιατί ξέρουν πως κάθε σημάδι μου είναι κομμάτι τους για όσα ζήσαμε και ζούμε μαζί.
Μεγαλώνω και συνάμα πληθαίνουν οι ατέλειες. 
Τα χέρια μου σε κάποια χρόνια θα ζαρώσουν, μα η ζεστασιά που έχουν όταν αγκαλιάζουν τους αγαπημένους μου, δεν θα αλλάξει, δεν θα μετριαστεί.
Είσαι γυναίκα. 

Κανένας δεν σε αγαπά για τα έξω σου. 
Ο άντρας θα κάνει έρωτα με την ψυχή σου, τα παιδιά σου θα αγαπήσουν την τρυφερότητά σου, οι φίλοι σου για την καλοσύνη σου και την δοτικότητά σου.
Κανείς δεν νοιάζεται για το  πόσο χρόνων είσαι. 
Είσαι όσο αισθάνεσαι. 
Δεν είσαι τα χρόνια σου. 
Είσαι ο εαυτός σου.

* Η Αρετή Καμπίτση ζει και εργάζεται στα Χανιά. 
Έχει γράψει δύο μυθιστορήματα («Δύο κουταλιές ζάχαρη» και «Μικροί θεοί»).
Είναι ερωτευμένη με το αδοκίμαστο και το αντιδραστικό και δεν παύει να ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο. 
Στο facebook θα την συναντήσετε με το όνομα areti kampitsi.

Αυτά που παίρνουμε είναι προς το ζην... Ζωή είναι αυτά που δίνουμε..! (Τσόρτσιλ)

Τα ψάρια της φρίκης... (Μίλτος Σαχτούρης)

Στο σκοτεινό λιμάνι
μονάχος τη νύχτα
στην προκυμαία
μαζεύω τα ψάρια
τα ψάρια π’ αστράφτουν
τα ψάρια που έρχονται
κοπάδια κοπάδια
από τη μαύρη θάλασσα

Έρχονται μόνο σε μένα
με τα πονηρά τους μάτιαγιομάτα ασήμιέρχονται και ξαπλώνουνπάνω στην απαλάμη μουτα ερωτικά ψάριατα ζαλισμένα ψάριακι άλλοι γύρω τους ρίχτουνδίχτυα κι αγκίστριαμε λάδι και φώταγια να τα πιάσουν
Όμως το μεγάλο ψάριπου χρόνια ξέρειαυτό το παιχνίδιαπλώνει τα χέρια τουβάζει τις φωνέςπαίρνει πίσω τα ψάρια μουστη βαθιά θάλασσα
Και μ’ αφήνει πάλι μόνομες στο έρμο λιμάνιμε τ’ άδεια μου χέριαμε τ’ άδειο καλάθι μου

Τίποτα... (Δημήτρης Βαρβαρήγος)

Και μια και δυο και πέντε και χίλιες φορές
σε είχα αγαπήσει.
Δεν ήξερα το πρόσωπό σου,
ούτε πως σε λένε, πως σε φωνάζουν.

Μα ερχόμουν κοντά σου
ερχόμουν κοντά σου κι έμενα.
Κι ερχόμουν όλες τις φορές
με την ίδια πάντα όρεξη
μέχρι που σε είδα.

Είδα ένα υπέροχο λατρεμένο τίποτα.
Και η ψυχή πάγωσε
δεν είχε μέλη σάρκινα να φορέσει
κι έμεινε άπραγη.

Αναίτια χάθηκε, μα παρέμεινε
σε μια μορφή σε μια σκιά
που στ’ αλήθεια δεν υπάρχει.

(Δημήτρης Βαρβαρήγος)

Έβγαλα τη μάσκα... (Φερνάντο Πεσσόα)

“Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.
Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό…
Αυτό είναι το πλεονέκτημα
το να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.

Είμαστε πάντα παιδιά,
το παρελθόν που ήταν το παιδί αυτό.
Είναι καλύτερα έτσι/ έτσι χωρίς μάσκα.
Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,
όπως στης γραμμής το τέλος.” 

«Νύχτα» & «Αναδρομή»... (Του Αντώνη Κηπουρού)

Ξύπνησα τη νύχτα
Απ’ το βαθύ της ύπνο
Άναψα τ’ αστέρια
Για να σηκωθεί

Τόσοι περιμένουν
Το βαρύ της πέπλο
Να σκεπάσουν λύπες
Που ‘ναι ασήκωτες

Άλλοι την προσμένουν
Τη βραδιά ν’ ανάψει
Και να ξεσηκώσει
Άδειες αγκαλιές

Στρόβιλος η νύχτα
Το μυαλό μπερδεύει
Μυθοπλόκος έρως
Νυχτοφύλακας

Άγγελοι προστάτες
Διάβολοι διαβάτες
Ξύπνοι υπνοβάτες
Οι νυχτόβιοι

Στο τελείωμά της
Τα φανάρια σβήνουν
Τ΄ όνειρο πεθαίνει
Στο ξημέρωμα.

Η πρόκληση των εφτά... (Χόρχε Μπουκάϊ)

Όπως ο Ηρακλής, ο ήρωας της μυθολογίας μας, έτσι και ο άνθρωπος που αναζητά, θα πρέπει να ξεπεράσει εφτά εμπόδια αν θέλει να βαδίσει προς τη σωστή κατεύθυνση.
Έχει εφτά δοκιμασίες να περάσει, εφτά μαθήματα να μάθει, εφτά προκλήσεις ώσπου να φτάσει στην αλήθεια. 
Για να μην ξεχάσω, ορίζω κάθε έναν απ΄αυτούς τους “άθλους” με το γράμμα Α.

Η πρόκληση του ΑΜΕΣΟΥ.
Η πρόκληση της ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ.
Η πρόκληση της ΑΠΟΔΟΧΗΣ.
Η πρόκληση της ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ.
Η πρόκληση της ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ.
Η πρόκληση της ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΕΙΣ.
Η πρόκληση της ΑΓΑΠΗΣ.
Η πρόκληση του ΑΜΕΣΟΥ

Όταν είσαι άνθρωπος που αναζητά, μαθαίνεις να έρχεσαι σε επαφή με την αληθινή ζωή και δεν ζεις αφηρημένος, αδιάφορος ή οκνηρός. 
Το παρελθόν και το μέλλον αποτελούν δύο φανταστικούς κόσμους προς τους οποίους μπορούμε πάντοτε να δραπετεύουμε
Είναι εκεί, διαθέσιμοι, κρυμμένοι μέσα στις αναμνήσεις και τα όνειρα. 
Ο άθλος έγκειται στο να τους διατηρήσουμε και να τους τιμήσουμε, χωρίς να τρέξουμε να χωθούμε στην αγκαλιά τους, καθώς δεν είναι κόσμοι άνετοι, αλλά προβλέψιμοι και μακρυνοί. 
Να ζει στο παρόν, αυτή είναι η πρώτη δοκιμασία που πρέπει να περάσει ο άνθρωπος που αναζητά. 
Να ζει με αφοσίωση, έντονα, αληθινά.

Αν πας να χορέψεις, χόρεψε με όλο σου το είναι ή μη χορέψεις καθόλου. 
Κι αν αγαπάς, αγάπα εντελώς ή μην αγαπάς καθόλου. 
Αν αποφασίσεις να μείνεις εδώ, μείνε εδώ. 
Αν φύγεις, όμως, φύγε μια και καλή. 
Μη μένεις στη μέση, μην προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να σε θυμούνται όταν εσύ δεν είσαι εκεί.

Ο άνθρωπος της αναζήτησης, ό,τι κάνει το κάνει με ένταση και όσο καλύτερα μπορεί. 
Ό,τι απορρίπτει, όμως – για οποιονδήποτε λόγο: πίεση, αγωνία ή άγχος – , το εγκαταλείπει  χωρίς να προσπαθήσει να επωφεληθεί.

Δεν τον ενδιαφέρει πια αυτό που αφήνει πίσω του, δεν το ξαναχρησιμοποιεί ούτε το υπολογίζει, διαφορετικά θα ήταν σαν να του άνοιγε το δρόμο της επιστροφής.

Όταν θα έχει ολοκληρωθεί ο άθλος, δεν θα λέει:
Ναι, αλλά κάποτε….
Είναι επειδή χτες….
Ποτέ δεν κατάφερε να ….
Και θα πρέπει να ξεχάσει τις φράσεις:
Θα το κάνω αύριο, 
Θ’ αγαπήσω αύριο,
Αύριο θα κόψω το κάπνισμα,
Αύριο αρχίζω δίαιτα.
Όποιος θέλει να κάνει κάτι ….απλώς αναρωτιέται:
Γιατί αύριο;
Γιατί όχι τώρα;
Γιατί το αναβάλλω;

Οι αναβολές τις περισσότερες φορές, είναι ένα κόλπο του μυαλού μας, για να φορτώσουμε στο χρόνο όσα δεν αποφασίζουμε να αντιμετωπίσουμε.
“Κάποιοι είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε, εκτός απ΄το να ζουν εδώ και τώρα” Τζον Λένον.

Όταν θα έχει πια τελειώσει η δοκιμασία, η ζωή θα έχει ρίξει άγκυρα γερά στο εδώ και τώρα, θα έχει μεταλλαχθεί σε φυσική γνώση και θα έχει αρχίσει να παίρνει νέες διαστάσεις. 
Τότε, ο άνθρωπος που αναζητά θα ανακαλύψει ότι δεν είναι περιορισμένος να κάνει μόνο όσα έμαθε, ή όσα του είπαν πως πρέπει να κάνει, και θα πάψει ν΄αναζητά δικαιολογίες στο παρελθόν του, στα βάσανά του, στους πόνους και στις απώλειές του. 
Θα ξέρει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να φτάσει πουθενά, ούτε να πετύχει αυτός όσα άλλοι θα ήθελαν να πετύχουν για το δικό τους μέλλον.

Σ΄αυτή τη φάση, ο άνθρωπος που αναζητά μαθαίνει αυτό που ονομάζεται : “ύψιστη ανακάλυψη της υγείας”.
Μπορεί να μπει και να βγει απ΄οτιδήποτε: από κάθε κατάσταση, από κάθε ιδέα, σε κάθε στιγμή, αν αυτή είναι η απόφασή του.
Κι έτσι, ξέροντας πια πόσο πονάει η ανάμνηση, βεβαιώνεται ότι ο πόνος δεν εμποδίζει την πορεία, και καταλαβαίνει για πρώτη φορά ότι :
ΕΙΜΑΣΤΕ τρωτοί, αλλά όχι κι εύθραυστοι.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη μας δύναμη!!!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Από την άγνοια στη σοφία