Ουρανός και Γαία... Αχιλλέας Τσουράκης

Ο Ουρανός φλερτάριζε αιώνες με τη Γη μα 'κείνη 
χαριεντιζόταν και τόπαιζε μουγκή.
Ήτανε πάντα ανέμελη, δίχως καμιά σκοτούρακι εκείνος 
ταλανιζόταν, με το μυαλό θολούρα.
Έτρεχε σαν μικρό παιδί κι ας ήτανε παρθένα,δε γνώριζε 
η άμοιρη, του έρωτα την τρέλα.
Ο Ουρανός την έβλεπε γυμνή να παιδιαρίζει,πότε με ζώα, 
με πουλιά και κρίνους να μυρίζει.
Της έστελνε μηνύματα, με ήλιο, με φεγγάρι,μα κείνη 
αδιάφορα δεν τούκανε τη χάρη.
Της άρεσε να κολυμπά, σε λίμνες και ποτάμιακι ως ήταν 
θεόγυμνη, την πέρναγε για λάμια.
Γυμνή καθώς, ακιζόταν με όμορφες ασκήσεις,εκείνος 
τις εκλάμβανε, ερωτικές προκλήσεις.
Είχε κορμί λαχταριστό, ψηλό και γυμνασμένο,μα 
στα γαλάζια μάτια της, το βλέμμα 'ταν θλιμμένο.
Με ζέστη, την εδρόσιζε, με μια ψιλή βροχή, της χάιδευε 
τα στήθια της, δίχως καμιά ντροπή.
Εκείνη ηδονιζόταν και τριβόταν με χάρη, νιώθοντας 
την απόλαυση, σε όλα της τα κάλλη.
Τότε λοιπόν του σάλεψε, του άναψαν τα μέα και άστραψε 
και βρόντηξε, και τρόμαξε η Γαία.

Το λαβωμένο τριαντάφυλλο... Φαίδρα Καψωμενάκη.

Δεν ήξερα να χρησιμοποιώ τα αγκάθια μου για προστασία !
Άνοιξα τα ροδοπέταλα μου και προσπάθησα να ομορφύνω
την ασχήμια γύρω μου ...

Και τότε τους είδα !
Πόση χαρά είχα ! Πανέμορφοι ! Ντυμένοι με φορεσιές 
που δεν είχα δει άλλη φορά !
Το γέλιο τους ,το τραγούδι τους,σειρήνες 
που με παραπλανούσαν να στολίσω τον κήπο τους.....

Μου απλωσαν χέρια αγκαλιάς ! 
Δεν τα φοβήθηκα ! Τα εμπιστεύτηκα!
Άφησα την ψυχή μου να ζεσταθεί !
Την καρδιά μου να αγαπήσει!
Τον νου μου να ονειρευτεί !

Τα ηλιοτρόπια....

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ήλιος ήταν ερωτευμένος 
με την Ωκεανίδα Νύμφη, Κλυτία. Τον έρωτα αυτό αποφάσισε 
να καταστρέψει η Αφροδίτη, θέλοντας να πάρει εκδίκηση. 

Η θεά είχε εξοργιστεί, επειδή ο Ήλιος φανέρωσε την 
κρυφή ερωτική της σχέση με τον Άρη. Τον καταράστηκε, 
λοιπόν, να ερωτευτεί παράφορα την Λευκοθόη, 
κόρη του βασιλιά της Περσίας Όρχαμου και της Ευρυνόμης. 

Επειδή ήταν πάρα πολύ όμορφη, ο Ήλιος έριχνε τις ακτίνες του 
μόνο πάνω της. Ανέτειλε κάθε πρωί νωρίτερα 
και έδυε αργότερα, ώστε να μπορεί να τη θαυμάζει. 

Κάποια στιγμή θέλησε να την πλησιάσει και για να μπει 
στο διαμέρισμα της αγαπημένης του, πήρε τη μορφή 
της Ευρυνόμης. Κατάφερε να διώξει τις σκλάβες 
και να μείνει μόνος μαζί της, με τα εξής λόγια: 
«Φύγετε τώρα γιατί έχω κάποιο μυστικό 
να ανακοινώσω στην κυρά σας». 

Κάθε δένδρο και... Μια νεράιδα..!

Νεράιδα της σιωπής... Νίκος Ορφανίδης.

Νεράιδα είσαι ζηλευτή
πρωτόπλασμα της νύχτας
στο πέρασμα του φεγγαριού
και στης χαράς τα δίχτυα
φέρνεις σεισμό μες στις καρδιές
του έρωτα ξενύχτια

Πόσα άστρα σε ζηλέψανε
και κλάψανε για σένα
καρδιές που νεκρανάστησες
στης νύχτας τα γραμμένα
κι εγώ ψάχνω τα χνάρια σου
κι αλίμονο σε μένα

Νεράιδα μεθυσμένη... (Νίκος ορφανίδης)

Στέκει ψηλά το όνειρο
και δεν μπορείς να φτάσεις
και τα φτερά σου’ αδύναμα
τον πόνο να δαμάσεις
χίλια κομμάτια σ’ έκανε
της νύχτας το μαχαίρι
και τ’ άστρα σε ζωγράφισαν
στης λύπης το καρτέρι

Πάλι στο πέπλο της σιωπής
νεράιδα μεθυσμένη
μες στην αλήθεια της αυγής
στο μίτο σου πιασμένη
και τα αστέρια να ρωτάς
πως λύνει πως σε δένει

"Μια σπαθιά φτάνει κι οι πηγές γεμίζουν με αερικά και Νεράιδες"...

Αγαπημένο μου αερικό σε χαιρετώ... Τ. Τάκης.

Αγαπημένο μου αερικό
σε χαιρετώ... 

Σε βρίσκω λίγο "ράθυμη"
τελευταία στην έκφραση σου...
στην επικοινωνία... 
στην περιήγηση σου
γύρω από τα γνώριμα μέρη 
της σκέψης μου, της ψυχής μου,
του κορμιού μου... 

Κι όσο εσύ είσαι έτσι...
μάλλον μου το μεταδίδεις... 
Θέλω να μιλάμε... να γελάμε...
να ψιθυρίζουμε... 

Τους ανάλαφρους εκείνους ψίθυρους των κυμάτων
όταν το φεγγάρι φλερτάρει επίμονα τη θάλασσα... 
Ν΄ ανασαίνουμε... 

Κώστας Καρυωτάκης, Της θάλασσας νεράιδα

Από τα βράχι’ ανάμεσα πετιέται ’να κεφάλι 
και βλέμματα ολόγυρα σκορπάει φοβισμένα. 
Εγώ, κρυμμένος κάπου κει στο έρημ’ ακρογιάλι, 
το βλέπω —σαν σε όνειρο— με μάτια λιγωμένα. 

Ένα κορμί παρθενικό, γυμνό αργοπροβάλλει 
κι απλώνεται ηδονικά σε κύματ’ αφρισμένα· 
ο ήλιος εσκυθρώπασε μπροστά στα τόσα κάλλη, 
τα κάλλη τ’ απολλώνεια και τα φωτολουσμένα.

Η Νεράιδα... Παπαδιαμαντόπουλος Ιωάννης.

Κάτω στὸν κάμπο, ἐκεῖ σιμὰ 'ς τὸ γαλανὸ ποτάμι,
Ὅπου στὴν ὄχθη του γλυκὰ σφυρίζει τὸ καλάμι,
Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μιὰ μέρα τοῦ Μαρτιοῦ,
ᾙ νηὲς κ' οἱ νηοὶ ἐχόρευαν γειτονικοῦ χωριοῦ.
Ἐκεῖ στῶν πεύκων τὴ σκιά, στὸν κάμπο τὸ χλωρό,

Πόσαις ἐσέρναν τὸ χορὸ
Κοπέλλαις ὁποῦ ἔλαμπαν ἀπ' ὠμορφιὰ καὶ νηότη,
Μὲ παλληκάρια λυγιστὰ ὡσὰν ἰτιᾶς κλωνάρια·
Μὰ μέσ' ἀπὸ τὶς ὤμορφαις ἡ Δέσπω ἦταν ἡ πρώτη,
Κ' ὁ Χρόνης ὁ ποιὸ ζηλευτὸς μέσ' ἀπ' τὰ παλληκάρια.

Ο Καθρέφτης... Χ.Λ. Μπόρχες.

Από παιδί φοβόμουνα πως ο καθρέφτης
θα μου ’δειχνε άλλο πρόσωπο ή μια τυφλή
απρόσωπη προσωπίδα που θα ’κρυβε
κάτι ασφαλώς φοβερό. 

Φοβόμουνα επίσης
πως ο σιωπηλός χρόνος του καθρέφτη
θα ξέφευγε από τη συνηθισμένη ροή του,
τις ώρες του ανθρώπου, και θα εγκαθιστούσε
στα ακαθόριστα φανταστικά όριά του
όντα, μορφές και χρώματα καινούργια.
(Δεν το ’πα σε κανέναν, ντρέπονται τα παιδιά.)

Τώρα φοβάμαι ότι ο καθρέφτης περικλείνει
το αληθινό πρόσωπο της ψυχής μου,
χτυπημένο από ίσκιους και λάθη,
και που το βλέπει ο Θεός· ίσως κι όλος ο κόσμος.

Μαρμάρωσα... Μαρία Νικολαου.

Κορμί, ψυχή, συναισθήματα.
Ίδια ζωή. Μέρες, μήνες, χρόνια.
Αιώνες. Ναι, αιώνες. Πέρασαν. Έρχονται.
Κι οι πίθηκοι γύρω σιχαμεροι, 
να κραζουν μες στ αυτιά μου.
Δίπλα στο κεφάλι μου. Να δείχνουν τα δόντια τους.
Να γδερνουν το σώμα μου.
Να μου υπενθυμίζουν την καθημερινότητα μου.
Γεμιζω ενα ποτήρι μ αλκοόλ. Μαστίχα με πάγο.
Κάτι γλυκό και βαρύ συνάμα, να ρίξω πινελιά 
απο ζάχαρη στη γλώσσα πανω.
Κι αυτό να φτανει στο κεφάλι.
Να με ζεσταίνει. Να με ζαλίζει.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος... Γιάννης Ρίτσος.

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει 
σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα 
μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι 
η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες 
ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η
Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο)...

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. 
Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται 
που άσπρισαν τα μαλλιά μου.  Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά 
τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

Αγαπημένη μου .. (αποσπασμα)... Τασος Λειβαδιτης.

Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,
στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Yστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.
Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…
Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,
τότε που μου χαμογελούσες. Στην πιό μικρή 
στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Τ’ αμίλητο χωριό... Ελένη Θ. Π. Λουκά.

Πάνω στου λόφου την πλαγιά
Κάτω απ τα πλατάνια
δροσοπηγής το κέρασμα
στου ήλιου τα πλοκάμια
παλιό χωριό ερειπωμένο
στου χρόνου τη σκιά παρατημένο

Κάποτε ζούσε η χαρά
στις όμορφες αυλές του
στους κήπους στα στενά
άνθιζαν οι σοδειές του
μοσχοβολούσε η γειτονιά
απ’ των καρπών την ευωδιά

Γυναίκα... Τόλης Νικηφόρου.

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ' το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

Ο καθένας μας έχει το δικό του "Αδαμαντορυχείο"

Αυτή είναι η αληθινή ιστορία ενός Αφρικανού αγρότη, 
που επηρεάστηκε τόσο πολύ από ιστορίες άλλων αγροτών 
που έκαναν περιουσία ανακαλύπτοντας κοιτάσματα διαμαντιών, 
ώστε πούλησε το αγρόκτημά του και πέρασε τη ζωή του 
ψάχνοντας, χωρίς επιτυχία, να βρει τα πολύτιμα πετράδια. 
Πάμπφτωχος, απελπισμένος και μόνος, αυτοκτόνησε 
πέφτοντας σ’ ένα ποτάμι.

Στο μεταξύ, ο νέος ιδιοκτήτης του αγροκτήματος 
ανακάλυψε μια αξιοπερίεργη πέτρα στην κοίτη 
του ποταμού του και την τοποθέτησε στο περβάζι 
του τζακιού. Κάποιος επισκέπτης εξέτασε την πέτρα 
και δεν μπορούσε να πιστέψει τι κρατούσε στα χέρια του: 
επρόκειτο για ένα από τα μεγαλύτερα διαμάντια που είχαν 
ανακαλυφθεί ποτέ. Το αγρόκτημα που είχε πουλήσει 
ο πρώτος αγρότης με σκοπό να βρει ένα κοίτασμα 
διαμαντιών, είχε στην πραγματικότητα αποδειχτεί ότι ήταν 
το πιο αποδοτικό αδαμαντωρυχείο της ηπείρου.
Ο πρώτος ιδιοκτήτης είχε ήδη στην κατοχή του στρέμματα 
με διαμάντια όταν τα πούλησε για ένα κομμάτι ψωμί 
για να ψάξει αλλού για διαμάντια !!!!!

Συμβουλές για μια καλύτερη ζωή...

Δεν σε θέλω γι’ αυτό που  είσαι, αλλά    
γι’ αυτό που γίνομαι όταν είμαι μαζί σου.
Κανένα άτομο δεν αξίζει τα δάκρυα σου. 
Εάν όμως υπάρχει κάποιο, αυτό ποτέ δεν  
θα σε έκανε να δακρύσεις.
Επειδή κάποιος δεν σ’ αγαπάει όπως θα ήθελες εσύ, 
αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σ’  αγαπάει με  όλη 
τη δύναμη της ψυχής του!
Ο αληθινός φίλος είναι αυτός που δίνοντας σου 
το χέρι, σου αγγίζει   την καρδιά.
Ο χειρότερος τρόπος να  αγαπάς κάποιον,  
είναι, να κάθεται δίπλα σου και να ξέρεις ότι 
δεν θα τον έχεις ποτέ!
Μη σταματάς να χαμογελάς έστω και αν είσαι  θλιμμένος. 
Ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να  σ’ αγαπήσει  
γι’ αυτό σου το χαμόγελο.
Μπορεί για όλο  τον κόσμο να είσαι ένα άτομο. 
Όμως για κάποιο  άτομο, είσαι ολόκληρος ο κόσμος του!

Στην υγειά μας... Θώμη Μπαλτσαβιά.

Στην υγειά της βροχής που περίμενα και δεν ήρθε..
δεν ήρθε να φέρει όσα αξίωνα από αυτή..
Τώρα πρέπει άλλο τρόπο να βρω να δροσίσω την ψυχή μου 
που καίγεται.. κάπως αλλιώς να πλύνω τις αμυχές μου 
κι ας τσούξουν.. σκέφτομαι ξανά και ξανά τα χτεσινά σου 
μάτια... βούτηξα ως συνήθως μέσα στα βάθη τους μα..
σε γκρεμνό βρέθηκα τούτη τη φορά.. δεν είναι που δεν 
γνωρίζω τα κατατόπια μα να..είναι που δεν το περίμενα...
πάλι τώρα σκέφτομαι εσένα.. αν θελήσεις ένα χάδι, 
θα πρέπει σε αυτόν τον γκρεμνό να κατεβείς..
δεν θα το'θελα αυτό για σένα... πάλι σκέφτομαι πως 
περιμένω εσένα μόνο να με πάρεις από κει.. 
με ξέρω.. αν δε με πάρεις εσύ δεν θα γυρίσω από κει 
κι ας μπορώ...σε ξέρω.. φοβάσαι..

Τώρα την προσέχω εγώ...

Ξέρω πώς είναι, το έχω περάσει κι εγώ· χωρίζεις, κάνεις τη 
ζωή σου, ξενυχτάς με φίλους, με γκόμενες, με τυχάρπαστους 
κι ορκίζεσαι πως δεν υπήρξες ποτέ καλύτερα. 
Το λες όταν δεν έχεις να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν 
για το πού είσαι και τι κάνεις, το λες όταν ξυπνάς το πρωί 
με γκόμενες που δε θα γυρνούσες να κοιτάξεις στο φως της 
μέρας και τ’ ορκίζεσαι κάθε που κάποιος φίλος σου δεν 
παρευρίσκεται στο γήπεδο επειδή τον έπρηζε η δικιά του.

Δεν έχεις ανάγκη, το λες και το χαίρεσαι κι ούτε σε νοιάζει 
τι κάνει εκείνη. Ησύχασες, ξέγνοιασες, πώς το λένε; 
Καλά να είναι όπου είναι και να μη σου γράφει. Έτσι 
δεν έλεγες; Έτσι έλεγα κι εγώ κάποτε, τα ξέρω, 
δε σε παρεξηγώ, αφήνω μόνο την τραγική ειρωνεία 
να μας δείξει το μεγαλείο της.

Τρελό κορίτσι... Ουίλιαμ Γέιτς.

Εκείνο το τρελό κορίτσι που αυτοσχεδιάζει τη μουσική του
Την ποίησή του, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
Με την ψυχή του τώρα διχασμένη
Και σκαρφαλώνει, πέφτει, δίχως να ξέρει πού…
Με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ
Είναι κάτι ωραίο και υψηλό, κάτι
Ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.
Δεν έχει σημασία ποια συμφορά το βρήκε
Την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
Και τυλιγμένη, τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της
Εκεί που στοίβαζαν δεμάτια και καλάθια
Έβγαλε μια φωνή παράξενη, τραγουδιστή:
«Ω θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

'Το ξέρω ότι δεν με ακούς αλλά σ’ αγαπάω'

Ήταν εξήντα πέντε ολόκληρα χρόνια μαζί. 
Σχεδόν παιδιά ακόμη όταν γνωρίστηκαν , πιάστηκαν 
από το χέρι και ξεκίνησαν. Μεγάλωσαν μαζί, 
έκαναν παιδιά και ύστερα ήρθαν τα εγγόνια. 

Έγιναν φίλοι, σύντροφοι , αγαπήθηκαν βαθιά , γέλασαν , 
μάλωσαν , μόνιασαν χιλιάδες φορές αλλά δεν τα παράτησαν. 
Κάθε φορά η αγάπη νικούσε και τα συναισθήματα 
ομόρφαιναν και πολλαπλασιάζονταν. 

Γέμισαν άλμπουμ με αξέχαστες στιγμές άλλοτε ρομαντικές 
και άλλοτε ξεκαρδιστικές με τα παιδιά και τους φίλους τους 
να τους κρατούν συντροφιά όταν τα πόδια δεν θα μπορούσαν 
να ακολουθήσουν την καρδιά. Μια μέρα εκείνη αρρώστησε 
και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εκεί έγινε το σπίτι του 
και ένιωθε ζωντανός κοντά της. Ώρες ατελείωτες 
περνούσε μαζί της και το βράδυ επέστρεφε με βαριά καρδιά 
στο άδειο του κρεβάτι να ξεκουράσει το γέρικο κορμί 
μέχρι το πρωί που θα πήγαινε πάλι δίπλα της.

Η "παρουσία "του ποιητή... Φαίδρα Καψωμενάκη.

Εκείνο το φθινοπωρινό έναστρο βράδυ"βρέθηκε" τυχαία 
στην γωνιά του πολυσύχναστου δρόμου, σε μια ιστορική 
γειτονιά της πόλης .
Αμήχανα παρακολουθούσε την αυξανόμενη κίνηση στον 
απέναντι δρόμο και μια κατάφωτη αίθουσα στολισμένη 
γιορτινά ,τράβηξε την προσοχή του .

Κατέφθαναν σοβαροί σοβαροί ,άνθρωποι ξεχωριστοί ,
σεβάσμιοι του φάνηκαν  Και όλο πλήθαιναν!
Κάτι σπουδαίο γίνεται απόψε συλλογίστηκε ....
"Πέρασε " στην κατάφωτη σάλα και κατάλαβε .
Οι συνδαιτημόνες, άνθρωποι των γραμμάτων ,εκθείαζαν 
έναν ξεχωριστό ποιητή ξακουστό στον κόσμο ...

Ένας διαφορετικός τρόπος για την χρήση των βιβλίων... Σε μια βιβλιοθήκη..!

Πόθε εσύ... Γ. Χαραλαμπάκης.

Εσύ ευωδία Υάκινθου λευκού,
φερμένη από κόσμου αλλοτινού ζωή.
Της Κίρκης λόγια όμορφα εσύ,
βότανο των Θεών κι ουσία μαγική.
Της Αφροδίτης ομορφιά εσύ,
κανείς σ’ αυτήν μπροστά
που δεν μπορεί να αντισταθεί.
Λάφυρο του Αγαμέμνονα εσύ,
σύρραξης στρατηγών αιτία κι αφορμή.

Αδιάκριτα πως γίνετε να διαβάζεις,
αυτό που λαχταρά η ψυχή.
Άπληστα πως μπορείς ν’ αγκαλιάζεις,
σκέψη και θέληση μαζί.

Τραγούδι των Σειρήνων λάγνο εσύ,
που δεν μπορεί
σ’ αυτό κανείς να μην υποταχτεί.

“Η Θάλασσα”... Ανδρέας Καρκαβίτσας.

Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε – 
δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.
– Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ’ τ’ άτιμο στοιχειό!
Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. 
Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. 
Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. 
Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει 
πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. 

Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει.
Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε 
τη ζωή του στο καράβι, που ο πατέρας, ο πάππος, 
ο πρόπαππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς 
ξεψύχησαν στο παλαμάρι. 

Για να εκφράσει την ψυχή του, ο άνθρωπος δεν έχει παρά μόνο το πρόσωπό του..!

"Όταν το λουλούδι ανθίζει, οι μέλισσες έρχονται απρόσκλητες".

Η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός πάνω σε μια ταυτότητα...

Κατά τη γνώμη μου, η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός 
πάνω σε μια ταυτότητα, κάτω από ένα όνομα. 

Σίγουρα κι εσύ ξέρεις νέα κι ολόφρεσκα κορίτσια, 
με -αντικειμενικά- πανέμορφα πρόσωπα, 
πορσελάνινες κι αλαβάστρινες επιδερμίδες, 
που δεν εντυπωσιάζουν και το σημαντικότερο δεν εμπνέουν. 

Κι από την άλλη, σ΄ένα παράλληλο σύμπαν, 
υπάρχουν υπέροχες γυναίκες με μπόλικες, 
αλλά πανέμορφες ρυτίδες στο δέρμα, 
με μια απαράμιλλη γοητεία, 
που ενθουσιάζουν με τις επιλογές, 
αλλά και την ενέργειά τους.