Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη... (Τάσος Λειβαδίτης)

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.

Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

Ισοτιμία των φύλων στη συμμετοχή στην εξουσία... (Πλάτων, Πολιτεία)

[Σωκράτης:] Επομένως, φίλε μου, δεν υπάρχει έργο (επιτήδευμα) σχετικά με τη διοίκηση της πολιτείας το οποίο να προσιδιάζει στη γυναίκα ως γυναίκα, ούτε στον άνδρα ως άνδρα, αλλά οι φυσικές ικανότητες είναι κατά τρόπο όμοιο διάσπαρτες και στα δύο φύλα, κι είναι σύμφωνο με τη φύση να συμμετέχει η γυναίκα σε όλα τα έργα, το ίδιο και ο άνδρας, γενικώς όμως η γυναίκα είναι πιο αδύναμη από τον άνδρα.

[Γλαύκων:] Βεβαίως.

[Σωκράτης:] Θα τα αναθέσουμε λοιπόν όλα στους άνδρες, και στις γυναίκες τίποτα;

[Γλαύκων:] Αυτό δε γίνεται.

[Σωκράτης:] Θα πούμε, φαντάζομαι, ότι μια γυναίκα είναι από τη φύση της κατάλληλη για το επάγγελμα του γιατρού κι η άλλη όχι, επίσης ότι η μια έχει καλλιτεχνική προδιάθεση κι η άλλη όχι.

[Γλαύκων:] Ασφαλώς.

[Σωκράτης:] Δεν υπάρχει επίσης γυναίκα με φυσική προδιάθεση για τη γυμναστική και για την πολεμική τέχνη κι από την άλλη γυναίκα ακατάλληλη για πόλεμο και χωρίς κλίση στη γυμναστική;

[Γλαύκων:] Κατά τη γνώμη μου, ναι.

[Σωκράτης:] Το ίδιο και γυναίκα με φυσική προδιάθεση για τη σοφία κι άλλη που μισεί τη γνώση; Επίσης άλλη που να 'ναι ψυχωμένη κι άλλη ξέψυχη;

[Γλαύκων:] Και αυτά.

[Σωκράτης:] Επομένως υπάρχει και γυναίκα κατάλληλη για το έργο του φύλακα και άλλη που δεν είναι κατάλληλη γι' αυτό. Ή μήπως και τους άνδρες που τους προορίζαμε για το έργο του φύλακα δεν τους επιλέξαμε με βάση αυτά τα φυσικά προσόντα;

[Γλαύκων:] Ναι, με αυτά.

[Σωκράτης:] Συνεπώς η φυσική καταλληλότητα για το έργο του φύλακα είναι η ίδια και στη γυναίκα και στον άνδρα, με μόνη διαφορά ότι στη μια περίπτωση είναι πιο αδύναμη, ενώ στην άλλη πιο ισχυρή.

Νεράιδα μεθυσμένη... (Νίκος ορφανίδης)

Στέκει ψηλά το όνειρο
και δεν μπορείς να φτάσεις
και τα φτερά σου’ αδύναμα
τον πόνο να δαμάσεις
χίλια κομμάτια σ’ έκανε
της νύχτας το μαχαίρι
και τ’ άστρα σε ζωγράφισαν
στης λύπης το καρτέρι

Πάλι στο πέπλο της σιωπής
νεράιδα μεθυσμένη
μες στην αλήθεια της αυγής
στο μίτο σου πιασμένη
και τα αστέρια να ρωτάς
πως λύνει πως σε δένει

Τα νιάτα σου τα κούρσεψαν
της νύχτας οι αλήθειες
και τα φτερά σου έσπασαν
σε έρωτες αλήτες
πόσα κομμάτια μάζεψες
και λείπουν άλλα τόσα
ίσως καλά δεν έμαθες
του έρωτα την γλώσσα

Μητρικό γαλαγκαλιαγάλιασμα... (Μαρίας Μπουρουτζόγλου)

Από τα σπλάχνα σου βγαίνει η ζωή
κι απ’την αγκάλη σου
ζεστή κι ασφαλής αναβλύζει  του μαστού η πηγή.

Έρπει το σπλάχνο σου με μιας και τη βρίσκει
τώρα δα δίνει το πρώτο φιλί.
Και παίρνει δώρο μητρικό
το γάλα αυτό το γιατρικό.

Πόσο ευφραίνεται η καρδούλα του
που από στοργή διψά
κι εσύ μάνα το κοιτάς ευλαβικά.

Το λικνίζεις στην αιώρα της αγκάλης σου
κι αυτό χορτάτο, ήρεμο, τείνει ν’ αποκοιμηθεί
με τη ρόγα σου στο στόμα του
και το χεράκι του το στήθος να κρατεί.

Τον πόθο σου μάνα στοργική,
τον πόθο σου να’ναι γερό
τώρα θαρρείς πως τον εβγάζεις κι ησυχάζεις.

Το στοματάκι του μωρού σου που τώρα σε τραβάει
ξέρεις εσύ ότι σ’ολάκερη ζωή
για Εσένα μητέρα θα μιλάει
Και μέσα από εσένα
Όλο τον κόσμο θα αγαπάει.

Ποίηση της: Μαρίας Μπουρουτζόγλου Μαία, Καθηγήτρια Εφαρμογών, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης
Υποψήφια διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ

"Η μορφή... Της φύσης"..!

Max Patch Mountain, NC
Mount Hood, OR
Mount Rainier, WA
Eastern TN/Western NC

Πόσα προσωπεία φοράμε... Και άλλα πόσα κάτω απ΄ αυτά?.. Στην όψη πάνω της ψυχής μας?

Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα... Προσπαθείς να την κλείσεις μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο..! (Νικηφόρος Βρεττάκος)

"Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα.
Ο σφυγμός μου αδυνάτισε. 
Προσπαθείς να την κλείσεις
μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο. 
Έγινε κόκκινο.
Όλο κοκκίνισαν.
Τα σεντόνια μου έγιναν παραπόταμοι ανάμεσα στα βουνά. 
Παραπόταμοι κόκκινοι ανάμεσα στ’ άστρα.

(Νικηφόρος Βρεττάκος)

Σαν ένα βιβλίο παλιό... Ανάμεσα στα φύλλα της λησμονιάς..!

Την άτιμη την σκάλα... Σαν κατέβαινα, από την πόρτα έμπαινες... Και σε μια στιγμή... Είδα το άγνωστό σου..!

Ελάχιστοι είναι οι άγγελοι που τραγουδάνε... Μες στην παλάμη του χεριού μου χίλια βιολιά χωράνε..!

Έκλεισα το μπαλκόνι μου
γιατί δε θέλω να ακούω το κλάμα,
όμως πίσω από τους γκρίζους τοίχους
μονάχα κλάμα ακούω και τίποτ΄άλλο 

Ελάχιστοι είναι οι άγγελοι που τραγουδάνε
ελάχιστα σκυλιά αλυχτούν
μες στην παλάμη του χεριού μου χίλια βιολιά χωράνε. 

Αλλά το κλάμα είναι ένας σκύλος απέραντος
το κλάμα είναι ένας άγγελος απέραντος
το κλάμα είναι ένα πελώριο βιολί
τα δάκρυα σκέπασαν τη φωνή του ανέμου
και δεν ακούς πια τίποτ΄άλλο παρά κλάμα.

(Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα)

Ο χορός της ζωής...

Κάποιοι χάνουν όλο το μυαλό και γίνονται ψυχή: 
τρελοί.

Κάποιοι χάνουν όλη την ψυχή και γίνονται μυαλό: διανοούμενοι. 

Κάποιοι τα χάνουν και τα δυο και γίνονται: αποδεκτοί. 

(Τσαρλς Μπουκόφσκι)

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις... Επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά... (Πάμπλο Νερούδα)

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά. 

Κι άμα κλαις μου αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.

Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:

Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες τη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή. 

Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που 
κατηφορίζει έναστρη. 

Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή. 

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία. 

Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα. 
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Πάμπλο Νερούδα...

"Κολύμπησε προς το κενό... Κολύμπησε προς το θάνατο"..!

gothicandamazing:
“  Model: Mamiko
Photo: A.M.Lorek Photography
MUA: Jola Gorzelak Visage Art & Lashes
Fashion designer: Bibian Blue
Welcome to Gothic and Amazing|www.gothicandamazing.com
”

H Εμα Στόουν... Χορεύει και.... Κολάζει..!

Ινώ(Λευκοθέα): Η θεά της θάλασσας, προστάτιδα των ναυτικών!!!

Dariusz Żejmo - Fantasy Venice painting
Η  Ινώ η Λευκοθέα ήταν προπαντός θαλάσσια θεότητα και τη λάτρευαν μαζί με τον Ποσειδώνα, τη Θάλασσα και τη Γαλήνη.

Η Ινώ είναι εκείνη που παρουσιάστηκε στον εξαντλημένο Οδυσσέα με μορφή πάπιας και τον συμβούλευσε να εγκαταλείψει τη σχεδία του και να κολυμπήσει προς την ακτή, όπου ο ήρωας έφτασε σώος, χρησιμοποιώντας την ταινία που του χάρισε εκείνη.

Η λατρεία της Λευκοθέας ήταν αρκετά διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα. 
Το κυριότερο κέντρο ήταν, φυσιολογικά, η Βοιωτία. 

Στη Θήβα τη λάτρευαν με θυσίες και θρήνους, και τη θεωρούσαν ηρωίδα και θεά.

Στη Ρώμη απαγορευόταν να εισέρχονται δούλες στον ναό της Λευκοθέας, ενώ στο ιερό της στη Χαιρώνεια απαγορευόταν η είσοδος στις δούλες, στους δούλους και στους Αιτωλούς. 

Στα Μέγαρα υπήρχε και ιερό της Λευκοθέας με λίθινο θριγκό. 
Οι Μεγαρείς έλεγαν ότι αυτοί πρώτοι ονόμασαν την Ινώ, Λευκοθέα και προς τιμή της τελούσαν κάθε χρόνο θυσία. 

Στην Κόρινθο, στο ισθμιακό ιερό του Ποσειδώνα, έστεκαν αγάλματα της Λευκοθέας και του Μελικέρτη.
Σε κορινθιακά νομίσματα της εποχής του Σεπτιμίου Σεβήρου παριστάνεται η Λευκοθέα με τον μικρό Μελικέρτη στην αγκαλιά. 

Στην Αθήνα, η επιγραφή«Λευκοθέα Σώτειρα Ελλιμενία» είναι χαραγμένη σε καθίσματα του Θεάτρου του Διονύσου. 

Στη Λακωνία υπήρχε η τοπική παράδοση ότι η Λευκοθέα μεγάλωσε σε ένα σπήλαιο τον Διόνυσο. 

Στον θρόνο του Αμυκλαίου Απόλλωνα η Λευκοθέα απεικονιζόταν μαζί με τη Σεμέλη και τον Διόνυσο.

Στην Επίδαυρο Λιμηρά υπήρχε «ύδωρ της Ινούς», μέσα στο οποίο κατά την εορτή της θεάς έβαζαν ζυμαρικά από αλεύρι κριθαριού. 
Αν αυτά βυθίζονταν, ήταν καλός οιωνός, αν όχι, τότε το θεωρούσαν «κακοσημαδιά». 
Στις Θαλάμες υπήρχε ιερό της Ινούς μαζί με μαντείο.

Στην Κρήτη τελούσαν προς τιμή της ομώνυμη εορτή, τα Ινάχια. 

Λατρεία της μαρτυρείται επίσης στα Λεύκτρα, στη Ρόδο, στην Τένεδο, στη Δήλο, στην Κολχίδα, στους Πύργους της Ετρουρίας, ακόμα και στην Αίγυπτο.

Οι Σειρήνες και ο Οδυσσέας από τον William Etty, 1837.

loumargi:
“The_Sirens_and_Ulysses_by_William_Etty,_1837
”

Θυελλώδη κύματα στους πίνακες του Ιβάν Αϊβαζόφσκι

Ηλιοτρόπιο, το φυτό που κρύβει έναν μεγάλο έρωτα και ακολουθεί πάντα τον ήλιο.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Ηλιοτρόπιο, το φυτό που κρύβει έναν μεγάλο έρωτα και ακολουθεί πάντα τον ήλιο.
Τα ηλιοτρόπια αναπτύσσονται ακολουθώντας την πορεία του Ήλιου στον ουρανό, ενώ τη νύχτα στρέφονται αργά προς την ανατολή, περιμένοντας το επόμενο ξημέρωμα.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ήλιος ήταν ερωτευμένος με την Ωκεανίδα Νύμφη, Κλυτία. 
Τον έρωτα αυτό αποφάσισε να καταστρέψει η Αφροδίτη, θέλοντας να πάρει εκδίκηση. 
Η θεά είχε εξοργιστεί, επειδή ο Ήλιος φανέρωσε την κρυφή ερωτική της σχέση με τον Άρη. 

Τον καταράστηκε, λοιπόν, να ερωτευτεί παράφορα την Λευκοθόη, κόρη του βασιλιά της Περσίας Όρχαμου και της Ευρυνόμης. 

Επειδή ήταν πάρα πολύ όμορφη, ο Ήλιος έριχνε τις ακτίνες του μόνο πάνω της.
Ανέτειλε κάθε πρωί νωρίτερα και έδυε αργότερα, ώστε να μπορεί να τη θαυμάζει.

Κάποια στιγμή θέλησε να την πλησιάσει και για να μπει στο διαμέρισμα της αγαπημένης του, πήρε τη μορφή της Ευρυνόμης. 
Κατάφερε να διώξει τις σκλάβες και να μείνει μόνος μαζί της, με τα εξής λόγια: «Φύγετε τώρα γιατί έχω κάποιο μυστικό να ανακοινώσω στην κυρά σας». 

Τότε αποκάλυψε στη Λευκοθόη την ταυτότητα και τις προθέσεις του: 
«Εγώ είμαι αυτός που σας βλέπει όλους και φωτίζει το Σύμπαν, είμαι το φως του κόσμου και σε αγαπώ». 

Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Λευκοθόη τρομοκρατήθηκε. 
Ο Ήλιος χωρίς να χάσει καιρό πήρε την πραγματική του μορφή και απέκτησε τη συνηθισμένη λαμπρότητα του. 

Τότε η νεαρή κοπέλα τον ερωτεύτηκε παράφορα. 
Η πρώην ερωμένη του Ήλιου, η Κλυτία, ζήλεψε την ευτυχία τους. 
Πληροφόρησε τον βασιλιά Όρχαμο για τα καμώματα της κόρης του και εκείνος την τιμώρησε. 

Την έθαψε ζωντανή και ζήτησε να τη σκεπάσουν με ένα λόφο άμμου. 
Ο Ήλιος προσπάθησε να σώσει τη Λευκοθόη, αλλά ήταν πολύ αργά. 
Η κοπέλα είχε πεθάνει από ασφυξία. 

Για να τιμήσει τη μνήμη της, την περιέχυσε με αμβροσία και πότισε τη γη γύρω της λέγοντας: 
«Θα κάνω τουλάχιστον ό,τι χρειάζεται για να ανέβεις στον ουρανό». 

Αμέσως το κορμί της Λευκοθόης έβγαλε ρίζες και έγινε το δέντρο που παράγει το λιβάνι. 
Από εκείνη την ημέρα ο Ήλιος διέκοψε κάθε επαφή με την Κλυτία και την περιφρονούσε. 

Η απελπισία της την οδήγησε σε θανάσιμο μαρασμό. 
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ριζώσει στη γη και να μετατραπεί σε ένα φυτό με κίτρινο χρώμα. 

Πρόκειται για το ηλιοτρόπιο, το λουλούδι που στρέφεται στη μεριά του ήλιου και μαρτυρά τον έρωτα της Κλυτίας προς τον θεό. 

Λέγεται πως το ηλιοτρόπιο όταν βρεθεί κοντά σε δέντρα που παράγουν λιβάνι τα μαραίνει και μαραίνεται και το ίδιο αμέσως μετά.  

Πηγή: «Ελληνική Μυθολογία, ο Ναός των Μουσών», Εκδόσεις Μίλητος

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ»... (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης).

by Plioart Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. 
«Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα, 
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία. 

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα, 
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα, 
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα. 

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο, 
και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο, 
περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου. 

Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα, 
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα, 
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω, 
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. 

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη· 
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι. 
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…» 

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, 
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος. 
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, 
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. 

Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν, 
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν, 
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε. 

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει 
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει. 
«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις; 

Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις, 
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, 
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;… 

Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω». 
«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος. 
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με, 
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με. 

Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη, 
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη. 
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια… 
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια… 

Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη… 

Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη· 
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, 
γίγαντας στέκω εμπρός σου!» 
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του. 

Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
σα να ’ταν από χιόνι. 
Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη, 
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα. 

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

“Το σπάνιο δώρο” της Κικής Δημουλά

«Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.

Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.

Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.

Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν’ ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.

Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.»

Γεννιούνται χιονοθύελλες και πέφτουν κράτη, Αλλά δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ, Αυτήν που μου έστρωσε το κρεβάτι... (Ρόμπερτ Μπερνς)

Κατάλυμα

Στο δρόμο δύσκολο, μες στα βουνά σκοτείνιασε,
Και ο χιονιάς μεγάλωνε το ρίσκο.
Το χιόνι με τρυπούσε κι ο αέρας μάνιασε,
Και δεν μπορούσα κατάλυμα να βρίσκω.

Στην τύχη μου κοπέλα μια
Συνάντησα στον δρόμου μου διήμερο,
Που πρότεινε ευγενικά
Στο σπίτι της να μπω το απόμερο.

Και υποκλίθηκα βαθιά μπροστά της,
Σ’ αυτήν που απ’ την παγωνιά με είχε σώσει.
Υποκλίθηκα ξανά μπροστά της
Και παρακάλεσα το κρεβάτι να στρώσει.

Εκείνη άπλωσε λευκό πανί
Με τα υπόλοιπα, τα φτωχικά,
Και με κερνώντας με οίνο και αρνί,
Μου ευχήθηκε όνειρα γλυκά.

Να φύγει ήταν έτοιμη. Τι κρίμα! Αλλά…
Για να σώσω την κατάσταση – χάλι,
Ρώτησα την κοπέλα σιγαλά:
«Μήπως υπάρχει κάποιο προσκεφάλι;»

Μου έφερε το μαξιλάρι,
Και χαμογέλασε η κοπελιά μου.
Ήταν τόσο ελκυστική,
Ώστε την άρπαξα στην αγκαλιά μου.

Τα χείλη μου άγγιξαν το μάγουλό της απαλό,
Τα μάτια της έλαμψαν θλιμμένα:
«Εάν με σέβεστε, παρακαλώ,
Αφήστε με, είμαι παρθένα!

Ήταν ξανθά τα σγουρά της μαλλιά,
Και η κορμοστασιά της, ελάτι.
Ήταν πιο μυρωδάτη από την τριανταφυλλιά,
Εκείνη που μου έστρωσε το κρεβάτι.

Τα στήθη της ήταν στρογγυλά,
Σάμπως ο χειμωνιάς με βοριαδάκια
Με την ανάσα του εσάρωσε,
Αυτά τα δυό μικρά λοφάκια.

Τα μάτια της ήταν αγγελικά,
Και με τραβούσαν στο μυστικό μονοπάτι.
Φιλούσα τη στα χείλη της γλυκά,
Εκείνη που μου έστρωσε το κρεβάτι.

Τρεμάμενη, με μάτια κλεισμένα,
Μου έδειξε υποταγή,
Και μεταξύ του τοίχου και εμένα,
Αποκοιμήθηκε την ώρα αργή.

Με της ημέρας το πρώτο φως,
Την φίλη μου κοιτούσα μαγεμένος.
«Με καταστρέψατε!», μου είπε ευλαβώς,
Ενώ εγώ δεν άκουγα, ο ερωτοκαμένος.

Φιλώντας βλέφαρα υγρών ματιών,
Και μπούκλες των σγουρών μαλλιών,
Της είπα, πως πολλές φορές
Θα πάθει τέτοιες συμφορές.

Έπειτα πήρε το βελόνι
Και το πουκάμισό μου κάθισε να διορθώνει.
Γεναριάτικο πρωί, δίπλα στο παραθύρι
Με το βελόνι έχτιζε… γεφύρι.

Πετάνε μέρες και χρόνια περνούν,
Γεννιούνται χιονοθύελλες και πέφτουν κράτη,
Αλλά δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ,
Αυτήν που μου έστρωσε το κρεβάτι.

Ρόμπερτ Μπερνς

Οι Ποιητές, οι μεγάλοι ποιητές δεν έχουν ημερομηνία γέννησης και θανάτου, είναι διαχρονικοί. 
Όσο και να αλλάξουν οι αξίες, οι προτεραιότητες και οι προτιμήσεις των νέων γενιών, τον Άνθρωπο πάντα θα αγγίζουν τα αισθήματα, οι σκέψεις, οι απίθανες ομορφιές των συνδυασμών του Λόγου που έχουν εκφράσει αυτοί οι ποιητές.

Οι Ποιητές δεν έχουν εθνικότητα, είναι τα μοναδικά παιδιά της Γης και τα έργα τους πρώτα ενθουσιάζουν τους μεταφραστές - ποιητές και μετά εκείνοι μεταφέρουν την Ποίηση σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Ο κάθε μεταφραστής έχει τα δικά του κριτήρια. 
Ο ένας προσπαθεί να αποδώσει ακριβώς την έννοια τις κάθε λέξεις, αγνοώντας τη μελωδία, τον ρυθμό και το μέτρο των στίχων. 
Ο άλλος στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον ρυθμό, την ομοιοκαταληξία εντελώς αλλοιώνει το θέμα του πρωτότυπου. 

Ίσως ο καλός μεταφραστής θα πρέπει να επιδιώξει και το ένα και το άλλο. 
Ξέρω ότι πολλές φορές τα κατάφερα, αλλά συχνά ηθελημένα προσπαθούσα να εκσυγχρονίσω με το ένα ή με το άλλο τρόπο την έννοια του ποιήματος και σ’ αυτές της περιπτώσεις ονομάζω την μετάφραση ως παράφραση.

Γιώργος Σοϊλεμεζίδης