Μεθυσμένο καράβι... (Αρθούρου Ρεμπώ)

Όπως κατέβαινα ατάραχα ποτάμια
ένιωσα να μην έλκομαι από τους οδηγούς
φωνακλάδες ερυθρόδερμοι τους είχαν για σημάδια
σε πολύχρωμα παλούκια καρφωμένους, γυμνούς! 
.

Για τα πληρώματα δεν έδινα δεκάρα
έφερνα στάρι από τη Φλάνδρα, και βαμβάκι αγγλικό
σαν με τους οδηγούς μου τελειώσαν την αντάρα
με κατεβάσαν τα ποτάμια εκεί που ήθελα εγώ!
...

Μπλεγμένο εγώ καράβι μες στων όρμων τα μαλλιά 
που η θύελλα με πέταξε σ' αιθέρα μακρυσμένο
εμένα που πιλότοι και καράβια με πανιά
ποτέ δεν θα ψαρέψουνε, κουφάρι μεθυσμένο
.

Αλήθεια, πόσο έκλαψα! Αβάσταχτες οι αυγές
φεγγάρια μου αποτρόπαια, και ήλιοι μου πικροί
δριμύς ο έρωτας με πότισε μέθες ληθαργικές
αχ, νά 'σκαγε η καρίνα μου! Στη θάλασσα να βούλιαζα, εκεί! 
...

Δε θα μπορέσω, κύματα, στη θλίψη σας λουσμένο
να βγάλω από τη ρότα τους σταριού κουβαλητές
ούτε φωτιές και λάβαρα να δρέψω δοξασμένο
δε θ'αρμένισω δίπλα σε καράβια-φυλακές.

Μετάφραση: Μαύρος γάτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου