Λένε πως η κάθε νύχτα φέρνει μιαν αυγή κι η κάθε μπόρα γίνετε γαλήνη... ( Νίκος Ορφανίδης)

Από νύχτα σε νύχτα

Λένε πως η κάθε νύχτα φέρνει μιαν αυγή
κι η κάθε μπόρα γίνετε γαλήνη
όμως πως γίνετε για μένα η ζωή
να 'ναι μακρύ πικρόχολο ταξίδι.

Και από μια νύχτα σ' άλλη νύχτα να τραβώ
χωρίς ελπίδα ένα χέρι να κρατήσω
τα δύσβατα μου μονοπάτια να κρατώ
μες στον απάνθρωπο τον κόσμο να βαδίσω.

Όλοι μου οι φίλοι ήταν μόνο για χαρές
το κάθε χέρι μόνο για να παίρνει
κι’ όλοι μου λέγαν στις δύσκολες στιγμές
να 'σαι καλά εσύ τα καταφέρνεις.

Νίκος Ορφανίδης 

Το Ηλιοτρόπιο – Του Ευγενίου Τριβιζά...

Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.
Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα. Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;” ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.

Και γιατί να τον κοιτάω;
Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως”.
Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε
Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;
Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει”.
Δεν είναι στα καλά του, σκέφτονταν τα ηλιοτρόπια “Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;
Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.

Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;” το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος
Άσε με ήσυχο” είπε το ηλιοτρόπιο
Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;” ξαναρωτάει ο ήλιος.
Θέλεις αλήθεια να σου πω;
Ναι
Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις” είπε το ηλιοτρόπιο.
Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα 
Μα δεν γίνεται αυτό” αποκρίθηκε ο ήλιος. “Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται

Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω
Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς
Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με” είπε το ηλιοτρόπιο. 

Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο. Είδατε;” ψιθύρισαν τ’ άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους “Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε.. Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί“.
Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.
Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του.Φύγε” έλεγε “δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε”
Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.
Αποτέλεσμα εικόνας για Το Ηλιοτρόπιο – Του Ευγενίου Τριβιζά...
Ήρθες;” είπε το ηλιοτρόπιο.
Ήρθα” είπε ο ήλιος
Μόνο για μένα;
Μόνο για σένα” αποκρίθηκε ο ήλιος “Έλα”.
Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει.. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε.. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός.. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λειμώνες είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.
Έλα κοντά μου” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.
Πιο κοντά” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.
Κοίτα με” είπε ο ήλιος “Κοίτα με ηλιοτρόπιο” Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.
“Εσένα μόνο
” είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.
Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.
Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.
Τά΄θελε και τά΄παθε” είπε ένα ηλιοτρόπιο
Πήγαινε γυρεύοντας” είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.
Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.
Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.
Ευγένιος Τριβιζάς.

Πάνω στο ξερό το χώμα φύτρωσε μικρή μηλιά...


Πάνω στο ξερό το χώμα φύτρωσε μικρή μηλιά
έρημη και ξεχασμένη απ’ του κόσμου τη ματιά...
Μονάχα το φθινόπωρο με το χλωμό του χρώμα
ζωγράφιζε τα φύλλα της να φέρουν το χειμώνα...
Να `ρθει ξανά η άνοιξη Μάης να τη στολίσει
και το γυμνό της το κορμί μα άνθη να το ντύσει...

Πέρασαν δυο χειμώνες με καρπούς φορτώθηκε
και τ’ ανθρώπινο το μάτι πάνω της καρφώθηκε...
Τριγύρω την κυκλώσανε με χέρια απλωμένα
και βρέθηκε σε μια στιγμή με τα κλαριά σπασμένα...
Έλα βροχή και σώσε με το σώμα μου λυγίζει
και σκέπασέ με καταχνιά κανείς να μην μ’ αγγίζει...

Μαρμαρωμένες θάλασσες ταξιδεύει τώρα το βλέμμα σου, κρατώντας στη πυξίδα , σταθερή τη ρότα , της ξενιτιάς… (Λίτσα Μοσκιού)


Μαρμαρωμένες θάλασσες
ταξιδεύει τώρα το βλέμμα σου,
 κρατώντας στη πυξίδα ,
σταθερή τη ρότα , της ξενιτιάς…

κι από γιος δικός ,
 ορφανός ξένος,
 έγινες…
σε τόπους που γέμισαν παράπονο…

μετέωρο το βήμα του γυρισμού
πάνω στο<< θέλω >> ισορροπεί,
 ανάμεσα στο <<κάποτε>> και στο<< θα>>,
 μια ζωή ακροβατεί , ελπίζοντας…

πως θα υπάρχει πάντα εκεί
ένα <<δίχτυ >> να σε κρατεί,
 μια μάνα στη πόρτα του σπιτιού,
να σε καρτερεί.

Μα ο χρόνος φέρνει τη στιγμή που δε γητεύεται ,
 τη φθορά, που κάνει το δίχτυ να κόβεται,
σα παύει πια να μετράει,
μέρες άλλες…

Σαν οι ψυχές δε λησμονάνε το καημό,
καρτερούν πάντα ένα γνώριμο γυρισμό ,
έστω για ένα θυμίαμα μονάχα ,
 σ΄ ένα τάφο από μάρμαρο λευκό.

 (Λίτσα Μοσκιού)

Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη! (Κωστὴς Παλαμᾶς)

artmagnifique:
“ROBERT S. DUNCANSON. Vesuvius and Pompeii, 1870, oil on canvas.
”
Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθήνα

Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη!
Καμιὰ χώρα σ᾿ ὅλη τη γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη
δὲν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι.
Ἀπ᾿ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ - γοργὰ τρεχάτη
καὶ μ᾿ εἶδαν τῆς Ἑλλάδας μου τ᾿ ἀγαπημένα μέρη
σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι.
Ὅμως σ᾿ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω
καὶ ρίζωσ᾿ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο.

 (Κωστὴς Παλαμᾶς)

Πρόσεξες ποτέ τις λίμνες; Δεν είναι σαν τις θάλασσες. Οι θάλασσες μιλούν… Τραγουδούν. Οι λίμνες ονειρεύονται..! (Αλκυόνη Παπαδάκη)

Οι συντρόφοι που χαθήκαν με την πέτρα της σιωπής μας στο λαιμό τους

bir-uyumsuz:
“Eskiyle yeniyi karıştırmayın,
olmuyor,
Eski bir başka güzel…
”
Οι συντρόφοι που χαθήκαν με την πέτρα της σιωπής μας
στο λαιμό τους ίσως και νάχουν γίνει πια ετούτη η μουγκή βροχή
που δένει στην ψυχή μας το σπάγκο του χειμώνα
μείνανε στο στερνό βαγόνι σιωπηλοί
κοιτάζοντας τις ράχες εκείνων που κατέβαιναν τις ξένες αγκαλιές
το πηγαινέλα του καφέ στην αίθουσα αναμονής
σκυφτοί και πετρωμένοι στα σφυρίγματα του μηχανοδηγού
Δεμένοι με τί κάρβουνο και τί σανίδι

Ίσως να ταξιδεύουνε ακόμα, ξέρεις σαν τα πανάρχαια θολά ποτάμια
σαν το κατέβασμα της χειμωνιάτικης βραδιάς
με το φεγγάρι, τη σιωπή, τη λάμπα πετρελαίου
χωρίς τοπίο στο παράθυρο χειρονομίες, λέξεις και νοήματα
σαν την αποψινή μουγκή βροχή με το βελόνι και τον σπάγκο του χειμώνα

Δεν ξέρω”, είπ' εκείνη δεν ξέρω πολλά πράγματα από τραίνα
άλλωστε, δεν ταξιδεύει πολύς κόσμος πια μ' αυτά είναι αργά και επικίνδυνα”.

ΒΡΑΔΙΝΟ ΒΑΓΟΝΙ

Μπροστά στο πιάνο κει το μεγαλόπρεπο πανώρια κόρη κάθεται...

amespeciale:
“Theater of CrueltyNoh Azsacra
”
Το πιάνο

Μπροστά στο πιάνο κει το μεγαλόπρεπο
πανώρια κόρη κάθεται
κι απλώνει στ’ άσπρα πλήχτρα του ανάλαφρα
τα χέρια της τ’ ασπρότερα.
Ριγούν αυτά στ’ ονειρευτό της άγγισμα
κι όλο πηδάν χαρμόσυνα
στα χάδια που τα δάχτυλα τ’ αφρόπλαστα
ατέλειωτα σκορπίζουνε.

Και χύνονται στη μυρωμένη κάμαρα
που λάμπει ολοφώτιστη
τρελοί σκοποί, απόκοσμοι, ουράνιοι
και μελωδίες βαγνέριες.

Γιομάτη πόνο μια στροφή ακούγεται,
βαριά χτυπούν τα δάχτυλα,
και σαν σιγοπηδά το πιάνο φαίνεται
πως τρέμει μες στο θρήνο του.

Και τ’ ανθογυάλι’ αυτά που το στολίζουνε
κουνιούντ’, ανατριχιάζουνε
με τ’ άνθια τους μαζί, που χάμω γέρνουνε
θαρρείς από τη λύπη τους.

(Κώστας Καρυωτάκης)

Οι γυναίκες βλέπουν την ομορφιά τους, όταν καταφέρνουν να ξεριζώσουν από το μυαλό τους τα κοινωνικά πρότυπα..!

Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Οι γυναίκες βλέπουν την ομορφιά τους, όταν καταφέρνουν να ξεριζώσουν από το μυαλό τους τα κοινωνικά πρότυπα. Παρατήρησα ότι όσο πιο μακριά έφευγα από τα δυτικά πρότυπα, τόσο πιο όμορφες ένιωθαν οι γυναίκες. Για παράδειγμα στην Κούβα, όπου οι άνθρωποι δεν επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όλες οι γυναίκες αισθάνονται πολύ υπερήφανες για την εμφάνισή τους.

"Λάθος πίκρα σκότωσες. Αυτή που σε φαρμάκωνε ζει." (Κική Δημουλά)

Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά , πες μου..! (Ρόμπερτ Γκρέιβς)


Τί είναι ο έρωτας 

Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά , πες μου.
Είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας,
στο γνώριμο πυρήνα της αθωότητας που είναι ακόμα γεμάτη εμπιστοσύνη ;

Είναι μήπως ένα πρώτο άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας
μια προσπάθεια να πάρουμε ακραία μέτρα
και για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες;

Ή τι είναι ο έρωτας; Είναι αυτό το προαιώνιο όραμα
που φωτίζει την πορεία μας με επικίνδυνους χρησμούς
προσβλέποντας στην έγκαιρη παρέμβαση του θανάτου ;

Robert Graves

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου..! (Τάσος Λειβαδίτης)


Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν
τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων
και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω,
πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
Γιατί σ’ αγαπώ.

(Τάσος Λειβαδίτης)

Η ομορφιά είναι μια βασίλισσα που κυριαρχεί όχι και πολύ καιρό..! (Σωκράτης)

"Για κάθε ομορφιά υπάρχει ένα μάτι για να την αντικρύσει. Για κάθε αλήθεια υπάρχει ένα αυτί να την ακούσει. Για κάθε αγάπη υπάρχει μία καρδιά για να την φιλοξενήσει"... (Ivan Panin)

Έρχεσαι από τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει εσέ, Ομορφιά;..! (Σαρλ Μπωντλαίρ)


«Ύμνος στην ομορφιά»

“Έρχεσαι από τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει
εσέ, Ομορφιά; Το βλέμμα σου, θείο, σατανικό,
μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,
γι αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.
Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση,
σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική,
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση,
που κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.
Από το μαύρο βάραθρο ή απ’ τ’ αστέρια φτάνεις;
Η μοίρα το φουστάνι σου σαν σκύλος ακλουθά,
τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάς τα πάντα Εσύ, δίχως ευθύνη μια.
Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις,
η Φρίκη απ’ τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά,
κι ο Φόνος, απ’ τα αρεστά στολίδια που μαζεύεις,
χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.
Η αίγλη που γύρω ο θαυμασμός ο εφήμερός σου στέρνει,
σπιθοβολά, φλόγα και λέει: «Ευλογημένη Αυτή!
Κι ο αλαφιασμένος εραστής, πάνω από ‘σε όταν γέρνει,
χαϊδεύεις, λες, τον τάφο του, σαν να ψυχομαχεί.
Ειτ’ έρχεσαι απ’ τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει,
τι, Ομορφιά,, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,
αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει
σ’ άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ;
Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου,
ω, τι με νοιάζει, αφού μ’ αυτήν τη νεραϊδοματιά,
κάνεις- ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου!-
τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;”

Σαρλ Μπωντλαίρ, 

Εγώ έκανα εσένα, αλλά εσύ με έκανες μητέρα..!


«Σου μιλούσα, σου τραγουδούσα...δεν ήμουν έτοιμη»
«Σε ένιωσα. Ήσουν ένα φασολάκι. Μετά έγινες λεμόνι. Στην συνέχεια μία μελιτζάνα. Διάβασα 12 βιβλία. Έκοψα τον καφέ. Καταλάβαινες άραγε πόσο πολύ φοβόμουν;»
«Σε κράτησα. Σε τάισα. Αντιλήφθηκα ότι θα περνούσα τη ζωή μου κάνοντας πράγματα που θα σε κάνουν ευτυχισμένο. Και βέβαια δίπλα σου θα ήμουν κι εγώ ευτυχισμένη»
«Εσύ θα γελάς και γω θα το κάνω ξανά και ξανά. Και θα περπατάμε χέρι-χέρι. Μέχρι εσύ να το αφήσεις»
«Εγώ έκανα εσένα, αλλά εσύ με έκανες μητέρα».

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα..! (Γιάννης Ρίτσος)


Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ' την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμερα», ή «άσε, θ' ανάψω εγώ τη λάμπα».

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς -
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

(Γιάννης Ρίτσος)

Η ομορφιά έγκειται στην φαντασία του παρατηρητή... (Νιούελλ Ντέιβιντ)

Η Μόνικα Μπελούτσι είναι... Το πιο καυτό sex symbol..!

lovemonicabellucci:
“ “Monica Bellucci photographed by Fabrizio Ferri, 2001.” ”

Αν δεν κάνεις την υπέρβαση πότε δεν θα μάθεις πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος..! (Angelina Jolie)

Σε γελάσαν τώρα οι σκέψεις σου τα λόγια σου σκεπάσαν..! (Νίκος Ορφανίδης)

aslope by kannagara

Σκουριάζεις

Ήθελες πάντοτε εσύ
να ζήσεις τις επιλογές σου
και έχτισες μια φυλακή
να κάνεις τις ανατροπές σου
τώρα στο ψέμα κολυμπάς
κι μοναξιά σε ντύνει
κι’ αυτά που έφτυνες στο πριν
τώρα τα καταπίνεις.

Και σκουριάζεις
στο λάθος σου παιχνίδι να βουλιάζεις
Κι’ αργοσβήνεις
που μαύρη θάλασσα τα όνειρά σου καταπίνει
Σε γελάσαν
τώρα οι σκέψεις σου τα λόγια σου σκεπάσαν.

Έπαιξες με κρυφά χαρτιά
να σπάσεις το κατεστημένο
να κάνεις την ανατροπή
με κάτι αρρωστημένο
Γρίφος ο δρόμος της ζωής
στου αμαθή την γνώση
κι αυτός ο χρόνος ο κριτής
χάρη δεν θα σου δώσει

(Νίκος Ορφανίδης

Ποιος είναι ο δάσκαλος του ωραίου σ΄ αυτόν τον κόσμο; Μόνο τα μάτια μιας γυναίκας..!

Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.

"Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα"...


Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.
Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.
Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.
Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.
Λέγε μου, που ήσουνα?
Με τι κόσμο?
Και τι τους έλεγες?
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?
Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.

PABLO NERUDA


Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα...(Μ. Σαχτούρης)

Şiir kadın ya da Erkek tavlama sanatı değildir!
Şiir; gönüllü yürek işçilerinin insanlığa
Sevgiyi sunma sanatıdır❤
Σήμερα φόρεσα ένα  ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες*
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει ώστε λοιπόν είναι ποιητής

(Μ. Σαχτούρης)

Χαιρετώ σε καλή μου! Να έχεις πάντα χαρά.


Στη ΓΥΝΑΙΚΑ!..

Χαιρετώ σε καλή μου!
Να έχεις πάντα χαρά.
Ευτυχία να νιώθεις, 
μελιού γεύσης, φιλιά.

Να βρίσκεις μες στην ψυχή σου,
της αυγής τη δροσιά, 
κι απ’ τη λιόλουστη μέρα,
τη γλυκιά ζεστασιά.

Απ’ το ηλιόχρωμα πάρε,
κόκκινο χρώμα φωτιά,
κι απ’ του ανθώνα τα κάλλη 
λουλουδένια ομορφιά.

Να είναι πάντα η ζωή σου,
άνοιξης ζωγραφιά.
…Αλησμόνητη αγάπη,
τρυφερούλα καρδιά !!!

(Θ.Γ.Θανόπουλους)

"Βάζει η μάνα του μπουγάδα, σχοινί δένει στη λιακάδα"

Ο Μάρτης και η μάνα του

Τον γνωρίζετε το Μάρτη,
τον τρελό και τον αντάρτη;
Ξημερώνει και βραδιάζει
κι εκατό γνώμες αλλάζει.
 
Βάζει η μάνα του μπουγάδα,
σχοινί δένει στη λιακάδα,
τα σεντόνια της ν’ απλώσει,
μια χαρά να τα στεγνώσει.
 
Νά που ο Μάρτης μετανιώνει
και τα σύννεφα μαζώνει
και να μάσει η μάνα τρέχει
τα σεντόνια, γιατί βρέχει!
 
Νά ο ήλιος σε λιγάκι,
φύσηξε το βοριαδάκι,
κι η φτωχή γυναίκα μόνη
τα σεντόνια ξαναπλώνει.
 
Μια βροντή κι ο ήλιος χάθη
μες στης συννεφιάς τα βάθη,
ρίχνει και χαλάζι τώρα,
ποποπό, τι άγρια μπόρα!
 
Ώς το βράδυ φορές δέκα
άπλωσε η φτωχή γυναίκα
την μπουγάδα, κι όρκο δίνει
Μάρτη να μην ξαναπλύνει.

Ρίτα Μπούμη-Παπά


Ένα μαύρο σύννεφο... Πάνω από τα χρυσογάλανα βουνά..!

So dramatic, dark woods, light covered mountains, golden peaks, and a black cloud eating its young!

Οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα... Όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. (Γιάννης Ρίτσος)


...οἱ σουβάδες πέφτουν ἀθόρυβα
ὅπως πέφτει τό καπέλο τοῦ πεθαμένου ἀπ' τήν κρεμάστρα στό 
σκοτεινό διάδρομο7
ὅπως πέφτει τό μάλλινο τριμμένο γάντι τῆς σιωπῆς
ἀπ' τά γόνατά της
ἤ ὅπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά, 
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε ὑπῆρξε νέα κι αὐτή, — ὄχι ἡ φωτογραφία πού κοιτᾶς μέ τόση
δυσπιστία —