Ο χρόνος... (Ο. Ελύτης)

«Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών 
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ’ την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.»


Κάθε πρωί... Η ίδια πάντα γραφομηχανή..! (Χρίστος Λάσκαρης)

Κάθε πρωί στην ίδια στάση,
το ίδιο δρομολόγιο,
η ίδια πόλη.
η ίδια πάντα γραφομηχανή.

Και η επιστροφή
σαν μια κηδεία μοιάζει,
καθώς το βράδυ πέφτει
λίγο λίγο στην ψυχή.

Κι όλα τελειώνουνε
σ' ένα μονό κρεβάτι.

(Χρίστος Λάσκαρης)

Ψηφιακή Τέχνη... Bojan Jevtić..!

parappurathu:
“  Bojan Jevtić
”

Το παιχνίδι του ήλιου... Με τα σύννεφα..!

Fabulous Sky @lisabuttons ❤️‍

Δέντρο πολύφωνο, ακοίμητο ο ζεστός αέρας του ξύλου φτάνει ως τη θάλασσα... (ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ)

Κάλυκες

Δέντρο πολύφωνο, ακοίμητο
ο ζεστός αέρας του ξύλου φτάνει ως τη θάλασσα,
μοίρα μουσική
Αιχμαλωσία:
το πλοίο ακίνητο μες στα δέντρα,
η άβυσσος δυο μέτρα πιο πέρα
περιμένει το πρώτο φύλλο.
Τα δέντρα δεν είναι αθώα,
οι ρίζες τους φτάνουν ως το μαύρο
της ομορφιάς.
Βρέχει ασταμάτητα στο δάσος
τα φύλλα διαβάζουν τη Βίβλο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Ο σκοπός της τέχνης είναι να εμβολιάζει τους ανθρώπους προς τη φύση

artofnature-9:
“Source :art of nature
”

Σηκώστε τα πανιά κόντρα στο καιρό... Μη φοβάστε ρε τον Ποσειδώνα...

Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω. Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ᾿ εμένα. (Γιάννης Ρίτσος)

Πέθανα για την Ομορφιά... (Έμιλυ Ντίκινσον).

 «Πέθανα για την Ομορφιά»

Πέθανα για την Ομορφιά – και πάνω
Που είχα βολευτεί μέσα στον Τάφο
Που πέθανε για την Αλήθεια Κάποιος, έμπαινε
Σε διπλανό Δωμάτιο –

Με ρώτησε ψιθυριστά «Τι έφταιξε»;
«Η Ομορφιά», του απάντησα 
«Σ’ εμένα – η Αλήθεια – Όμοια τα Δυο –
Είμαστε, Αδέρφια», είπε –

Κι έτσι, σαν Συγγενείς, μιας Νύχτας –
Τα λέγαμε απ’ τα Δώματά μας –
Βρύα ώσπου έφτασαν στα χείλη μας –
Και σκέπασαν – τα ονόματά μας –

(Έμιλυ Ντίκινσον)

Ώρα καλή στου απείρου την καρδιά γλάρε µου βραδυνέ πού φεύγεις... (Γιάννης Σκαρίμπας)

Ο γλάρος 

Ώρα καλή στου απείρου την καρδιά γλάρε µου βραδυνέ πού φεύγεις – πλοίο, µετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά, η κάμαρά µου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο. 

Πηγαίνεις σύ… 
Εγώ έκπεσµένο αλαργινό αδέλφι σου νοσταλγικό εδώ μένω· ένα βιβλίο, ένα φωσάκι –και πονώ– µια καµαρούλα – αδέρφι µου υψωμένο. 

Κι όλο πετάς. 
Ώρα καλή κι έχω δουλειά στο χούμα δω που βρέθκαν οι καημοί µου, άσπρα να κάμω τα χρυσά µου τα µαλλιά κι ύστερα να λυγίσω το κορμί µου. 

Κι από ακοντά (µην απορείς και µη ρωτάς) σιγά θα φύγω έχω δουλειά γλάρε µου – πλοίο ένα βραδάκι που λευκός συ θα πετάς σαν νάσαι το ανοιγμένο µου βιβλίο…

(Γιάννης Σκαρίμπας)

"Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός ,αν κρίνεις απ’ τα σύννεφα" (Ελύτης)

Και το παραμύθι... Δεν τελείωσε..!

para56:
“ I am always in love, either with a person, songs, food, books, or just everyday nature.
”

Το φως του ήλιου... Μέσα από τις βουνοκορφές..!

ponderation:
“Yosemite Sunlight by HaydenScott
”

«Το Μάη θα γίνουν τα κεράσια»... Λένε οι σπουργίτες..!

"Δε χρειάζεται να φοβάσαι... Η νύφη του πνεύματος θα βγει από τη μαγική σπηλιά της"..!

ollebosse:
“ By Spencer Tunick
”

Όταν έχεις αμφιβολίες στηρίξου στο υψόμετρο σου... Κανένας δεν συγκρούστηκε ποτέ με τον αέρα.

Υπάρχουν πάντοτε λουλούδια... Γι’ αυτούς που θέλουν να τα βλέπουν... Henri Matisse..!

gardenofelegance:
“ Garden of Eleganceಌ
”

Μια βάρκα για... Γλάρους..!

Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς... Στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία..! (Charles Baudelaire).

Elegant 😍😘😍😘

Το να είσαι σύμβολο του σεξ είναι βαρύ φορτίο... Ειδικά όταν είσαι κουρασμένη, πληγωμένη και μπερδεμένη..! (Marilyn Monroe).

So cute cat😸😺😻😻

Η φύση δεν γνωρίζει εξαφάνιση... Αλλά μόνο μεταμόρφωση..! (Αναξαγόρας)

Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση στη φύση... Είναι η απουσία ανθρώπων..! (Bliss Carman)

Αγαπούσαμε το άφωνο τοπίο... Ολόκληρο και συννεφιασμένο..!

Κάτοικε του ονείρου... Μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη..!

briannadamra:
“  briannadamra.tumblr.com
”

Ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο... Σε ένα πάρκο στο Αρκάνσας..!

photorator: «Εγκαταλελειμμένα μύλο σε ένα πάρκο κατάσταση Αρκάνσας"

Ήτανε ένα τρελό δελφίνι... Που όλο πηδούσε στον αφρό..!

Σε κρύες νύχτες... (Νίκος Ορφανίδης).

Σε κρύες νύχτες

Στο λιμάνι της σιωπής
σταμάτησαν οι ώρες,
κι’ εσύ χαμένος εραστής
Σε λάθος βήματα
μετράς τα κύματα
και μιας χαράς γαλέρα να φανεί.

Σε κρύες νύχτες την ψυχή σου σπαταλάς
που κάποτε της γέλασε ο Μάης
εκεί που τ’όνειρο μια σπίθα ήτανε και πάει
και μια ζωή το κρίμα κουβαλάς.

Στο καρτέρι της χαράς
σπατάλησες τα χρόνια
μες στους ανέμους κολυμπάς.
Χωρίς διαλύματα
να ψάχνεις σήματα
κι' ένα φιλί ενθύμιο κρατάς.

(Νίκος Ορφανίδης)

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία. Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα... (Καββαδίας)

Γυναίκα

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα 
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.

Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει. 
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες;

Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.

Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.

Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Καββαδίας

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές στα κόντρα... (Καββαδίας)

Αντινομία

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές
στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει
Θαλασσοκόρη του βυθού χίλιες οργιές
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε το αλάτι
μα εσύ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεργιανό το γητευτή τον απελάτη

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τ' άσπρο χαλίκι

Καββαδίας

Κάθε πρωὶ Καταργοῦμε τὰ ὄνειρα... (Μανόλης Ἀναγνωστάκης)

Κάθε πρωΐ

Κάθε πρωὶ
Καταργοῦμε τὰ ὄνειρα
Χτίζουμε μὲ περίσκεψη τὰ λόγια
Τὰ ροῦχα μας εἶναι μιὰ φωλιὰ ἀπὸ σίδερο

Κάθε πρωὶ
Χαιρετᾶμε τοὺς χθεσινοὺς φίλους
Οἱ νύχτες μεγαλώνουν σὰν ἁρμόνικες

-Ἦχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ἀσήμαντες ἀπαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο γιὰ τοὺς ἄλλους.
Μὰ ποῦ τελειώνει ἡ μοναξιά;)

Μανόλης Ἀναγνωστάκης 

Ω! Ναι! Η θλίψη είναι μονόχρωμη... Σαν το σκέτο χορτάρι..! (ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ)

Φωτογραφία της Μοσκιού Λίτσα.

Γυναίκα, πείσμα της Ασίας... (Νίκος Καρούζος)

Γυναίκα, πείσμα της Ασίας

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ΄ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλοκαμός κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.

Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.

Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.

Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.

Να οι καιροί στα βήματα σου μʼ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει
τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.

Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο
με πορφυρές ανταύγειες απʼ τα μέλη
ρώτησα μα δεν έμαθα που βρήκες το σκοτάδι
σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου
μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.

Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα
σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.

Εγώ δεν έζησα κι η ομορφιά της Αττικής είνʼ όλο το ταξίδι μου.

Σε τόσους καημούς τραγουδώντας
δεν ξέρω τʼ όπλο της λησμονιάς.

Νίκος Καρούζος

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση πώς να διευκρινίσω μια ζωή;...

(από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά»)

Tώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο
ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν
αλλιώς έγιναν όλα.

Η μαρτυρία μου ασαφής. Τι υπεκφυγές, τι συγκαλύψεις
σε λόγια, σε γραφτά και σε φερσίματα…

Αλλά πώς να τα πω και φαντασίας καμώματα όλα αυτά;
Δε γίνεται.

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση
πώς να διευκρινίσω μια ζωή;

Το ειπωμένο με εκδικείται
κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό.

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει
κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε
κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου
κι όλο και σκοτεινιάζει.

Πού βρίσκομαι

Τι ώρα να ‘ναι.

Βύρων Λεοντάρης

Στου άγιου έρωτα... (Νίκος Ορφανίδης)

Στου άγιου έρωτα

Μες του χειμώνα την υγρή την παγωνιά
ο άγιος έρωτας μου έστησε καρτέρι
με ένα βέλος να καρφώνει την καρδιά
στα άγια πλάνα του μου κράτησε το χέρι

Στου άγιου έρωτα τα σάρκινα δεσμά
πέτα ψυχή μου πέτα
πιάσε από το πνεύμα του την ρόδινη φωτιά
και κάψε όλα τα μέτρα

Μέσα στα θέλω του με πήρε αγκαλιά
ο άγιος έρωτας αστέρια να τρυγίζει
σε μια συνύπαρξη με φλόγες και φιλιά
στης μελωδίας του τους ήχους ζωγραφίζει

Νίκος Ορφανίδης 

Είπαν του ήλιου «γιορτάζει η μάνα» κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει..!


Είπαν του ήλιου «γιορτάζει η μάνα»
κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει.

Είπαν της θάλασσας «γιορτάζει η μάνα»
κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη.

Το ‘μαθαν τα πουλιά, «γιορτάζει η μάνα»
και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.

Το ‘μαθαν τα άνθη, «γιορτάζει η μάνα»
και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.

Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε
δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.

Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα
πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα

Σαν παλιό παραμύθι..! (Νίκος Ορφανίδης)

Μέσα στου κόσμου το γιαπί περπάτησα μονάχος 
κι' όλοι με λεν σταυραετό στης μοναξιάς τον βράχο
στα αετήσια μου φτερά κρύβω τα όνειρά μου
γιατί του κόσμου ο χιονιάς σκέπασε την χαρά μου
Μοιάζει ο κόσμος μάνα μου παλιό σου παραμύθι 
σαν την κακιά την αλεπού κι εγώ το κουτορνίθι 
άρχοντες γίναν οι ληστές κι πεινασμένοι λύκοι
Μες της σιωπής την φυλακή σκαλίζω περασμένα 
όνειρα ανεκπλήρωτα φεγγάρια σκουριασμένα
την αετίσια μου ματιά σκιές να προσπερνάνε
τα δίκοπα μαχαίρια τους όνειρα να τρυπάνε 

“Η γυναίκα είναι μια πρόσκληση προς την ευτυχία.” (Σ.Μποντλερ)

Η Λετίσια Κάστα, δείχνει... Πως ξέρει πως να ξεσηκώνει..!

Είπε: ψηφίζω το γαλάζιο. Εγώ το κόκκινο. Κι εγώ. Το σώμα σου ωραίο..! (Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ)

«Γυμνό Σώμα»

«Είπε: ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.
Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.
Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.
Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.
Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.
Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αφτί σου.
Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;
Ηδονή-
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
παρόν.
Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;
Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
Δυο μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.»

Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ