Αγαπάω τ' ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο... (Καββαδίας)

ΑΓΑΠΑΩ 

Αγαπάω τ' ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ' ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.


Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ' όνειρό τους,
να φανεί απ' τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ' ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά - αν ποτέ θα 'ρθουν πίσω
αγαπάω, και θα 'θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω


Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα...
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο - ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ' εμένα.

("Πέτρος Βαλχάλας."..  Καββαδίας)

Εν ονόματι αγάπης του ονείρου αγωγιάτης... (Νίκος Ορφανίδης)

Ταξιδιώτης

Εν ονόματι αγάπης, του ονείρου αγωγιάτης
ταξιδεύω κάθε νύχτα, στην αγάπη ρίχνω δίχτυα
στης ζωής την αυταπάτη, ταξιδιώτης δίχως άκρη.

Τι ζητώ τι περιμένω, σ' άδειο σπίτι στοιχειωμένο
σε φθαρμένες καταστάσεις, με όνειρα πώς να χορτάσεις
μες στην δίνη των ανέμων, το πικρό μου πεπρωμένο.

Να πλαγιάζω σ’ άδειους τοίχους, στης αγάπης μου τους ήχους
μες σε άγονα νυχτέρια, άγρυπνος χωρίς αστέρια
στης αγάπης τα καρτέρι, ταξιδιώτης δίχως ταίρι.

(Νίκος Ορφανίδης)

Στα χείλη σου διαβάζονται οι έρημες ώρες, οι άδειες στιγμές, .. οι βαριές σιωπές... (Yannis Koukakis)

ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ, .. ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΓΙΟΝ, ..
Στα χείλη σου διαβάζονται οι έρημες ώρες,
οι άδειες στιγμές, .. οι βαριές σιωπές, ..
τα κόκκινα φιλιά, .. οι ένοχες συναντήσεις,
οι εφήμερες σχέσεις, .. οι αθώες φιλίες,
αυτές που μετρούν κι αυτές που έχεις ξεχάσει, ..
Στα χέρια σου αντανακλάται η χάρις, .. η τρυφερότητα, ..
η καλοσύνη του καιρού που τρέχει αδυσώπητα,
στα δάκτυλα σου πλέκεις ύμνο στο φεγγάρι,
αναζητάς ερωτευμένες ματιές, ..
είδωλα παραδείσου, ..
Στα χείλη σου αφήνεις το ταραγμένο βλέμμα σου,
από φόβο μη κλείσει το στόμα σου για πάντα,
οι λέξεις σου βρίσκουν καταφύγιο,
στη λατρευτή σιωπή σου,
στο χρυσό ηλιοβασίλεμα της μοίρας σου, ..
Στο κορμί σου χάνεται το στόμα σου,
μαζί κι η λογική σου,
χαϊδεύουν απαλά της σάρκα σου,
ελπίδες γεννάνε οι καμπύλες, ..
Ωραία γυναίκα, .. ξύπνα , .. σύνελθε, ..
μη τα βάζεις κάτω, ..
βάλε το κόκκινο κραγιόν,
σ’αυτό μόνο να εμπιστεύεσαι να λες όλη την αλήθεια,
φόρεσε το φουστάνι της πιο πιστής σου φίλης,
το κόκκινο κραγιόν σου επιτρέπει,
να εξερευνήσεις μυστικά τις απόκρυφες σου σκέψεις,
να ερωτροπήσεις με τα αισθήματα σου,
να γοητευθείς, .. να γοητεύσεις, ..
να απολαύσεις ηδονές και πάθη, ..
Μπροστά του να γδύνεσαι,
να υποκύπτεις μ’όλη τη θηλυπρέπεια σου,
να ξεδιψούν τα χείλη σου φωτιά,
φαντάσματα ερωτικά,
να ζεσταίνουν την καρδιά σου, ..
Βάλε το κόκκινο κραγιόν,
φόρεσε στα χείλη την ομορφιά σου,
κάψε τη μνήμη στον χορό,
ανύψωσε την θεία ευγένεια σου, ..
ψέλλισε αργά τα λόγια που θέλεις να πεις,
φορώντας το κόκκινο κραγιόν σου, ..
Βάλε στα χείλη σου κόκκινο,
να κρύψεις το μυστικό σου, ..
τίποτα δεν αποκτάς,
αν δεν το κατακτήσεις, ..
βάλε στα χείλη σου κόκκινο κραγιόν
κι έλα να με συναντήσεις, ..
© Yannis Koukakis

Κρατώ την καρδιά σου μαζί μου... (ε. ε. κάμμινγκς)

Κρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες
στην καρδιά μου
) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου
κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται
από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου
)
δεν φοβάμαι
καμία μοίρα (
γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω
κανέναν κόσμο (
γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο αληθινός)
και είσαι εσύ ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι
κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ

(ε. ε. κάμμινγκς)

Η μάγισσα... (ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ)

Μαύρα μου χελιδόνια απ’ την έρημο,
κι άσπρα μου περιστέρια της ακρογιαλιάς,
αυτού ψηλά που πάτε κατ’ τον τόπο μου,
μηλιά ’χω στην αυλή μου και κονέψετε,
και πείτε της καλής μου, της γυναίκας μου:

Θέλει καλόγρια ας γίνει, θέλει ας παντρευτεί,
θέλει τα ρούχα ας βάψει, μαύρα να ντυθεί,
να μη με παντυχαίνει, μη με καρτερεί.

Τι εμένα με παντρέψαν δω στην Αρμενιά,
και πήρα Αρμενοπούλα, μάγισσας παιδί,
οπού μαγεύει τ’ άστρη και τον ουρανό,
μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν,
μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,
τη θάλασσα μαγεύει και δεν κυματεί,
μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,
μαγεύει με κι εμένα και δεν έρχομαι.

Όντας κινάω για νά ’ρθω, χιόνια και βροχές,
κι όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Σελλώνω τ’ άλογό μου, ξεσελλώνεται,
ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται,
πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μάγισσες... (Νίκος Ορφανίδης)

goddesswithinyou:
“yugirinomiko:
“ { 卜. } A s h r a { 器具 } G o y o p o d { 器具 } A C h i l d C a n P l a y { 器具 }
卜 B O K U •,—
”
Gotta have the headphones on for this one!
”
Στης μοναξιάς το καλντερίμι
και μες στην λίμνη της σιωπής
ψυχορραγώ μικρό μ' αγρίμι
κι ο έρωτας σου το κλειδί.

Μάγισσες μου κλέψανε την μέρα
και σαν στοιχειό να τριγυρνώ
να έχω στα στήθια μου την σφαίρα
και της αγάπης μου την βέρα
να ψάχνω νύχτες να την βρω

Στο μαυσωλείο της αγάπης
χρόνια να λιώνουν σαν κερί
νύχτες να ζω στην αυταπάτη
σαν θεατρίνα στην σκηνή

Νίκος Ορφανίδης

Έλα να παίξουμε… Θα σου χαρίσω τη βασίλισσα μου... (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Το Σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε… Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη

Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ πρὶν ἀπὸ μένα

Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη γελώντας  μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ ἀναστατώνοντας  τὶς στέρεες παρατάξεις 

Ἔλα νὰ παίξουμε…

Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω 
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις Ἔλα νὰ παίξουμε… Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

(Μανόλης Αναγνωστάκης)

Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα... (Μ. Σαχτούρης)

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες*
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει ώστε λοιπόν είναι ποιητής

(Μ. Σαχτούρης)

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει... (Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος)

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.

Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.

Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;

Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.

(Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος)

Στο τέλος της χρονιάς τ’ αστέρια σβήνουν... (Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν)

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

Στο τέλος της χρονιάς τ’ αστέρια σβήνουν
Ο άνεμος σταματά ν’ ανασαίνει κι η Σίβυλλα τραγουδά
Πρώτα τραγουδά για τη σκοτεινιά που μπορεί να δει
Τραγουδά μέχρις ότου να φτάσει στην εποχή
Δίχως χρόνο και το σκοτάδι που δεν μπορεί να δει

Κανείς δεν ακούει τότε καθώς συνεχίζει το τραγούδι
Για όλες τις λευκές μέρες που μας δόθηκαν
Μία προς μία κι έγιναν χρώματα γύρω μας

Ένα φως που έρχεται στο μάτι απ’ έξω μακριά
Όπου αρχίζει προτού μπορέσει να το δει
Καίγεται μες απ’ τις λέξεις που κανείς δεν έχει πιστέψει

Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή... (Γιώργης Παυλόπουλος)

«Τα αντικλείδια»

«Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.

Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για νʼ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.»

Γιώργης Παυλόπουλος

Συγχώρα με, αγάπη μου... (Ερωτικό ποίημα... Τάσος Λειβαδίτης)

Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου…
Δινόσουνα ολάκερη και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν ολάκερη έχεις δοθεί…
Όλα μπορούσανε να γίνουνε  στον κόσμο αγάπη μου 
τότε που μου χαμογελούσες…
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου αγαπημένη μου…
Μα και τι να πει κανείς…

Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου τόσο μεγάλα..
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη τη ζωή…
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα και τότε όλα τα βράδια
κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας…

Θάθελα να φωνάξω τ’ονομά σου,αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη…
Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο,
καμιά ελπίδα να μη πεθάνει…
Θε μου πόσο ήταν όμορφη σαν ένα φωτισμένο δέντρο
μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω…
Μισώ τα μάτια μου, που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου..
Θα σ’ ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής
σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό, που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ενα σπίτι που’ πιασε φωτιά, α, για να γεννηθείς εσύ
κι εγώ για να σε συναντήσω γι αυτό έγινε ο κόσμος…

Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ’ την πόρτα σου
έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο..
Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί…
Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου,
εσύ θα ξέρεις, πως πέθανε σφαγμένος
απ’ τα μαχαίρια του φιλιού, που ονειρευότανε για σένα…
Ποδοπάτησε με, να έχω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’αγγίζεις…

Μες στο λιμάνι του έρωτα... Νίκος Ορφανίδης.

Έλα κοντά μου απόψε δες
κρατώ αγάπης συνταγές
για έρωτες και πάθη
πέτα χαρά μου αναστολές
ο χρόνος κλέβει τις στιγμές
κι η νύχτα δεν θα φτάσει

Μες στο λιμάνι του έρωτα
απόψε κάνε στάση
εγώ θα είμαι ο είλωτας
και εσύ σε ουράνια φάση

Στ' αισθήματα μου απόψε μπες
ρίξε σε θάλασσες βαθιές
τα περασμένα λάθη
κάνε καρδιά μου ανατροπές
δεν έχει χώρο για σιωπές
της νύχτας μας το τάσι

(Νίκος Ορφανίδης)

Εδώ το φως είναι σκληρό σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του παράθυρου... (ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ)

ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Εδώ το φως είναι σκληρό
σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του παράθυρου
και στο περβάζι ένα λουλούδι
σαν ηλιοτρόπιο γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

Σαν παίρνει να βραδιάζει
στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα
τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή
σαν ξεχασμένο φίλντισι.

Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.
Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα
μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα
να σκεπάσει ένα χαλίκι.

Ένα δρεπάνι φεγγαριού θερίζει φανοστάτες.

Περιμένουμε κάποιον
να μας μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάχτυλα του ανέμου
πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

Περιμένουμε το φως να μπει απ’ το παράθυρο
ίδιο φιλί γυναίκας μέσα απ’ το σκισμένο πουκάμισο.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Έμαθα πολύ αργά ν΄αγαπώ τα πουλιά... (Ζακ Πρεβέρ).

«ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ»

«Έμαθα πολύ αργά ν΄αγαπώ τα πουλιά
Και λυπάμαι κάπως γι’ αυτό
Τώρα όμως όλα έχουν πάρει το δρόμο τους
Και καταλαβαινόμαστε
Εκείνα δεν ασχολούνται μαζί μου
Μα μήτε κι εγώ μαζί τους
Απλώς τα κοιτάζω
Και τ΄ αφήνω στην ησυχία τους
Όλα τα πουλιά δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους
Δίνουν το παράδειγμα
. . . . . . . . . .
Τα πουλιά δίνουν το παράδειγμα
Το παράδειγμα όπως πρέπει
Παράδειγμα των πουλιών
Παράδειγμα των πουλιών
Παράδειγμα τα φτερά οι φτερούγες το πέταγμα των πουλιών
Παράδειγμα η φωλιά τα ταξίδια τα τραγούδια των πουλιών
Παράδειγμα η ομορφιά των πουλιών
Παράδειγμα η καρδιά των πουλιών
Το φως των πουλιών.»

Ζακ Πρεβέρ

Κανένας άνθρωπος δεν πήγε ποτέ για καφέ με σκοπό να συζητήσει κάτι συγκεκριμένο... Η ατζέντα βγαίνει επί τόπου.

Στη χώρα του φραπέ που μετά έγινε χώρα του φρέντο και μετά την κρίση είναι απλά η χώρα του καφέ εμείς επιμένουμε να θέτουμε τους κανόνες. 
Πώς πίνεις τον καφέ σου, πόσο διαρκεί, με πόσους πας παρέα και πότε είναι η ιδανική ώρα και ημέρα για να πάρεις τους κολλητούς σου και να κάνετε αυτό που κάνετε πιο καλά από όλα. 

Να πάτε για καφέ.
Τι είμαστε, ξενέρωτοι Ιταλοί να πίνουμε στα όρθια το εσπρεσάκι; Ο καφές αλά ελληνικά είναι τέχνη, ολόκληρη ιεροτελεστία. 
Και απαιτεί να έχεις ώρες μπροστά σου να του αφιερώσεις.
Ποτέ δεν ξεχνάς την πρώτη σου συνοικιακή καφετέρια. Εκεί που πήγαινες όταν έκανες κοπάνες από το γυμνάσιο. Εκεί που ο καφές, στο μυαλό σου, θα είναι πάντα 'άπαιχτος'.

Πάμε για καφέ σημαίνει ακριβώς αυτό. Ότι πας για καφέ. Όχι για τσαγάκι, σοκολάτα ή smoothie. Για να μην σου πω ότι, αν κυλάει ελληνικό αίμα στις φλέβες σου, τον καφέ οφείλεις να τον πίνεις πάντα freddo. Ναι, χειμώνα καλοκαίρι.

Κανένας άνδρας δεν πήγε ποτέ για καφέ με σκοπό να συζητήσει κάτι συγκεκριμένο. Η ατζέντα βγαίνει επί τόπου
Αν δεις πολλούς γλυκούς με γάλα στο τραπέζι μάλλον πέτυχες παρέα 16χρονων
Κουταλάκια ανακατεύουν σε άψογο συγχρονισμό το αφρόγαλα με τον καφέ. Η χαρά του καπουτσίνο

Ταξίδι πάλι στα παλιά στον νόστο πάω για σεργιάνι... (Νίκος Ορφανίδης)

hellocoraco:
“it ink is silver-white,… and write, night by night with rays, your dreams,…
╰დ╮╭დ╯,… good night,…
”
Η βαρκάδα

Ταξίδι πάλι στα παλιά
στον νόστο πάω για σεργιάνι
τότε που κουβεντιάζαμε παιδιά
σε μιας αλάνας την γωνιά
στης νύχτας την αστροφεγγιά
που έπνιγε το σκοτάδι

Μα ότι χάνετε πια δεν γυρίζει πίσω
κι όσο προσπάθησα δεν μπόρεσα
τον χρόνο να νικήσω
άγνωστες έγιναν κι οι μέρες με λιακάδα
και στα κομπιούτερς ψάχνουμε
του ονείρου την βαρκάδα

Κάποτε ήμασταν παιδιά
ψωμί ξερό ελιά κι' αλάτι
όλοι μαζί μια αγκαλιά
μ' αγάπη δίναμε φιλιά
στο στήθος χάντρα θαλασσιά
να μη μας πιάσει μάτι

Νίκος Ορφανίδης 

Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα... (Τάσος Λειβαδίτης)

sleepinsidemysoul:
“ “Face your life, its pain, its pleasure, leave no path untaken.”
Neil Gaiman
”
«…Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.»

Ἡ γάτα ἦρθε σὰ φωνὴ ἀπὸ ἕναν ὁρίζοντα φοβισμένο... (Μίλτος Σαχτούρης)

jolanda2015:
“😊
”
Συμπέρασμα

Ἡ γάτα ἦρθε σὰ φωνὴ ἀπὸ ἕναν ὁρίζοντα φοβισμένο
ἔβρεχε καὶ πρησμένα ὄνειρα βογγοῦσαν ὀληνύχτα
τὸ πρωὶ ὁ ἄνθρωπος πλύθηκε καὶ ξυρίστηκε
ὅπως πάντα
καὶ γύρω του χτυποῦσαν τὰ σφυριὰ ὅπως πάντα
στὸ δρόμο καθὼς ἔβγαινε ἀπάντησε μίαν ἁγία
ντυμένη στὰ βυσσινιὰ
εἶχε πεθάνει πάνω στὸν τροχὸ πρὶν ἀπὸ
ἑκατοντάδες χρόνια
ὁ γαλατᾶς τὸν εἶδε καὶ τὸν χαιρέτησε
ἔπειτα τὸν χαιρέτησε ὁ ταχυδρόμος
κι ὕστερα τί ν᾿ ἀπόγινε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος
τὰ ροῦχα του κυκλοφόρησαν σ᾿ ἐφημερίδες
τὸ ἕνα του μάτι τὸ κρατοῦσε κι ἔπαιζε
ἕνα μικρὸ κορίτσι
μαῦρα αὐτοκίνητα μεταφέραν τὰ κομμένα
μέλη του
καὶ ἡ καρδιά του ἀερόστατο γελοῦσε στὸ κενό

Μίλτος Σαχτούρης