Το τραγούδι με τα λόγια της φωτιάς μου τραγούδησαν τα γαλανά σου μάτια... (Νίκος Ορφανίδης)

Το σ΄αγαπώ

Το τραγούδι με τα λόγια της φωτιάς
μου τραγούδησαν τα γαλανά σου μάτια
σε ένα πέλαγο αγάπης κι’ ομορφιάς
βασιλιάς μες στης καρδιάς σου τα παλάτια

Είναι υπέροχο να ακούς το σ' αγαπώ
να κολυμπάς μες στο απόλυτο του έρωτα
στα δυο της χέρια να κρατά τον ουρανό
να τρεμοπαίζει η καρδιά μου στ’ αφανέρωτα

Σε πανσέληνα φεγγάρια περπατώ
στα περβόλια με της άνοιξης το χρώμα
σ’ ένα απρόσμενο για μένα ουρανό
με ταξίδια στης αγάπης την γονδόλα

(Νίκος Ορφανίδης

Δυό μάτια γαλανά... Δυό θάλασσες πλατιές..! (Σταῦρος Τρικαλιώτης)

possiblythebesteyesintheworld:
“Sean Archer
”
Δυό μάτια γαλανά
Δυό θάλασσες πλατιές
Μαργαριτάρια φτιαγμένα
ἀπό θαλασσινό νερό καί ἥλιο.

......................................................................

Μάτια πού παρακολουθοῦν ἄγρυπνα
Τόν πόνο τῶν παιδιῶν
Πού δέν τά κάμπτει ἡ νύστα
ἀλλά τά ὀρθώνει ἡ ἀγάπη
καί ἡ θυσία.

.............................................................................

Μέσα ἀπό αὐτά τά μάτια
ἔμαθες στά παιδιά
τό τραγοῦδι τῆς ζωῆς
κι ἔδειχνες τοῦ Χριστοῦ τό δρόμο.

.........................................................................

Πρίν φύγω ἔκλεβα
ἕνα κομμάτι γαλανό
ἀπό τά μάτια σου
κι ὅλη τήν ἡμέρα
σέ εἶχα κοντά μου.


π. Σταῦρος Τρικαλιώτης

Δε θέλω να `μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί Θέλω να μη θυμάμαι..! (Βάσω Αλαγιάννη)

Μνήμες παραμένουν σιωπηλοί ιστορίες που μας άφησε ο αντίκτυπος δεν θα πάει μακριά
Απόψε είμαστε κι οι δυο μας σιωπηλοί
ακόμα και οι λέξεις φοβήθηκαν τα χείλη 
το ξέρω θα μου δώσεις ένα φιλί
και θα μου πεις να μείνουμε δυο φίλοι

Δε θέλω να `μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί
Θέλω να μη θυμάμαι
κι ούτε να ξέρω πού θα πας και ποια είναι αυτή
Θέλω ένα όνειρο μονάχα να `ναι
κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί
για να μου πεις να μη φοβάμαι

Δώσ’ μου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί
και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο
και φύγε μη γυρίσεις να με δεις
δε θέλω να με βλέπεις να πονάω

Δε θέλω να `μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί
Θέλω να μη θυμάμαι
κι ούτε να ξέρω πού θα πας και ποια είναι αυτή
Θέλω ένα όνειρο μονάχα να `ναι
κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί
για να μου πεις να μη φοβάμαι

(Βάσω Αλαγιάννη)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό..! (Νίκος Καββαδίας)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

(Νίκος Καββαδίας)

Ινδία... Εικόνα από τον εντυπωσιακό ναο Sasbahu..!

arjuna-vallabha:
“Saas Bahu temple
”

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της... Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα..! (Γιώργος Σαραντάρης)

Άλλοτε η θάλασσα”

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα
Τις μέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές
και τα χρώματα
Τα βραδιά ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα
Τις νύκτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε
Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου
Και μονάχα ύστερα ησυχία
Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς
Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά
Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε
ο Γαλαξίας
Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο θεός

Γιώργος Σαραντάρης

Οι άνθρωποι τελειώνουν ξαφνικά σε μια στιγμή..! (Χλόη Κουτσουμπέλη)

ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Οι άνθρωποι τελειώνουν ξαφνικά
σε μια στιγμή.
Ακούς το τσακ που κάνει η κλωστή
που σπάει.
Ύστερα η γάζα της νύχτας
καλύπτει τα πάντα
με το σκοτάδι της.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Η νύχτα πάνω μου μεσ’ από κώδικες ονείρων..! (Χαρά Χρηστάρα)

Η ΝΥΧΤΑ ΠΑΝΩ ΜΟΥ

Η νύχτα πάνω μου
μεσ’ από κώδικες ονείρων

σωπαίνει στις αμφιβολίες μου
βρυχάται

Ψαύω της παλινόρθωσης
του τρόμου ιαχές
κινδύνων αχαλίνωτων
συστατικά

σιωπηρές
αναλαμπές σωμάτων

ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ

Περίμενέ με στην άκρη του γκρεμού... Ελα...έλα... Εγώ είμαι ο γκρεμός..! (Μαχμούντ Νταρουίς)

Ξαφνικά, μια μέρα σηκώθηκα νωρίς και σου έδωσα έναν καταρράκτη..! (Πάμπλο Νερούδα)

Φωτογραφία του Γιάννης Χαραλαμπάκης.
Από ό,τι υπάρχει πάνω στη γη, πέτρες, κτίρια, γαρύφαλα, από ό,τι πετάει στον αέρα, σύννεφα, πουλιά, από ό,τι υπάρχει κάτω από τη γη, ορυκτά, νεκροί τίποτα δεν είναι τόσο φευγαλέο τίποτα που να τραγουδάει σαν ένα καταρράκτης.
Και εκεί βρυχάται σαν μια λευκή λέαινα, λάμπει σαν το λουλούδι που φωσφορίζει ονειρεύεται με κάθε όνειρό σου, τραγουδάει στο τραγούδι μου δίνοντάς μου πρόσκαιρα ασημικά.
Αλλά δουλεύει και κινάει τη ρόδα ενός μύλου και όχι μόνο είναι πληγωμένο χρυσάνθεμο, αλλά δημιουργός του αλευριού, μάνα του ψωμιού που τρως κάθε μέρα.
Ποτέ δε θα σε βαρύνει ό,τι σου έδωσα γιατί πάνταυ πήρξε δικό σου ό,τι σου έδωσα, το λουλούδι ή το ξύλο, η λέξη ή ο τοίχος που στηρίζουν τον περιπλανώμενο έρωτα που αναπαύεται πυρωμένος στα χέρια μας, σου έδωσα, σου δίνω, σου εμπιστεύομαι, θα είναι αυτή η μυστική φωνή του νερού εκείνη τη μέρα θα πει στη γλώσσα σου όσα εσύ και εγώ αποσιωπήσαμε, θα διηγηθεί τα φιλιά μας
στη γη στο αλεύρι, θα συνεχίσει να αλέθει σιτάρι, νύχτα, σιωπή, λέξεις, διηγήσεις, τραγουδι. 

(Πάμπλο Νερούδα)

Το αγνό και μαλακό κερί συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας...

We fix our eyes not on what is seen, but what is unseen (2013) by hjl on Flickr.
Upstairs at the Church of the Holy Sepulchre, just outside the chapel at Calvary.
Το αγνό και μαλακό κερί συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας. 
Όπως το κερί λιώνει αθόρυβα και φωτίζει, έτσι και εμείς με τη Χάρη του Θεού θα πρέπει να «λειώνουμε» μέχρι τελευταίας πνοής, θυσιαζόμενοι για τον πλησίον μας. 
Να φωτίζουμε και να ευεργετούμε τους γύρω μας αθόρυβα και χωρίς επίδειξη για χάρη της αγάπης του Χριστού.

Είπα πως θέλω να παραμορφώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου..! (Γεωργια Τρουλη)

ΜΙΑ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΛΙΘΩΜΕΝΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ

Είπα πως θέλω να παραμορφώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου
Από την πολλή έκφραση την ένταση μέσα στην φλέβα την επιθυμία την σύγχυση
Δεν εξημερώνονται τα όνειρα εύκολα ούτε οι ακίδες των χρόνων πάνω στα έπιπλα
Κανένα γυαλόχαρτο δεν ζήτησα για τις λέξεις ξέρεις
Αλλά ούτε λύσιμο κόμπων επεδίωξα
Έτσι ήρθε η έννοια να πλακώσει την μορφή το σχήμα και το απόθεμα
Δημιουργήθηκε μορφή χωρίς σημασία
Τα ακρογωνιαία τρίγωνα τέλους συνεχίζουν
Ποτέ δεν είπα πως δεν έχω ανάγκη από χώρο που ορίζει τα σώμα
Μετά από τρεις δεκαετίες το κατάλαβα
Όταν έφθασα στο όριο ρείθρο του δέρματος και αύξησα τον διάλογο
Με τον αέρα ανάμεσα στο μη και το εν
Όταν άρχισα να συλλέγω τα νεκρά κύτταρα ή πάνω να τα βάζω σε ζωντανά
Ως μέρος μιας αποφυγής αποσύνθεσης
Με ονόμασες
Διατεταγμένη φυγής ορίζοντα και βάθους πεδίο
Πέρα από μια αγωνιώδη συνάντηση με το αδύνατο

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ

Μπλεγμένο με φύκια το κορμί μου και το φεγγάρι στο χέρι σφαίρα μαγική..! (Μαρια Καρδατου)

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Μπλεγμένο με φύκια
το κορμί μου
και το φεγγάρι
στο χέρι
σφαίρα μαγική
ήρθα να σε βρω
να μου ψιθυρίσεις
λόγια λιγωμένα.
Τα μάτια μου ασημένια
ψάχνουν στο σκοτάδι
Έγινες ένα με την νύχτα
κι είναι στιγμές
που δε σε βρίσκω
Το χέρι σου καυτό
πάνω στα πόδια μου
κι οι πινελιές σβήνουν τους γύρω

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Τι όνειρα αντέχεις να ονειρεύεσαι;... (Μαρία Αρχιμανδρίτου)

Τι όνειρα αντέχεις να ονειρεύεσαι;

Ένα βράδυ είδα ένα τρομακτικό όνειρο: 
η πραγματικότητα είχε γίνει ένας απόκρημνος βράχος που πάνω του ήταν αλυσοδεμένοι οι άνθρωποι. 
Ένας γύπας κάθε πρωί τους έτρωγε τη μνήμη: 
δίχως το βάρος του χθες άρχιζαν εύκολα την κάθε μέρα και μπορούσαν στη χαρά να δίνονται. 
Δίχως τη γνώση του χθες κόπιαζαν κάθε φορά από την αρχή στη λύπη. 
Τη νύχτα όμως το φεγγάρι ξανάτρεφε τη μνήμη. 
Έρχονταν λέξεις εύθυμες, όπως και λέξεις του θυμού, της απορίας, της ντροπής, και γνώση της ζωής διαβάζονταν τα λάθη… ώσπου ο γύπας ελευθέρωνε απ” τον πόνο και τιμωρούσε απ” την αρχή με νέα λήθη. 
Ξύπνησα ιδρωμένη. 
Όλη τη μέρα έσκαβα στη μνήμη χαμένα ονόματα και απολεσμένους τόπους. 
Όλη τη νύχτα λύπες επούλωνα

ΜΑΡΙΑ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ

"Αν σε ρωτήσουν... Μην τους πεις το μυστικό... Πες τους ένα ψέμα"..!

Είναι το πλέον αγαπημένο πρωινό σε πολλές χώρες... Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού..!

Είναι το πλέον αγαπημένο πρωινό σε πολλές χώρες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. 
Κι αν είχαμε πάρει χαμπάρι στην Ελλάδα πόσο εύκολο είναι να φτιάξεις pancakes, θα τα βλέπαμε σε πολύ περισσότερους καταλόγους σε καφετέριες αλλά και στο τραπέζι του σπιτιού μας. 
Η μόνη δικαιολογία να μην μυηθείς στη γεύση τους είναι η τηγανίλα τους. 
Αλλά ποιος είπε ότι το ONEMAN λέει όχι στην τηγανίλα;

Δεν είναι εύκολο πράμα... Να αγαπήσετε τον ουρανό..!

coiour-my-world:
“ Rail Sunset, Romania
”

Στις υπανάπτυκτες χώρες πρέπει να αποφεύγουμε να πίνουμε το νερό... Στις ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να αποφεύγουμε να εισπνέουμε τον αέρα..!

Oι αρχαίοι δρόμοι του αλατιού...

"Ψάχνοντας έναν ήσυχο πλανήτη... Να φύγω"..!

Κονιάκ πολλών... Αστέρων..!

Το κονιάκ πήρε το όνομά του από την ομώνυμη μικρή πόλη της Δυτικής Γαλλίας.
Η ιστορία του κονιάκ, που είναι αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα και πιο εξευγενισμένα αποστάγματα του κόσμου, έχει παραδόξως τις ρίζες της στο χαλασμένο κρασί…Από τον 13ο αιώνα Ολλανδοί έμποροι μετέφεραν βαρέλια κρασιού από τη Γαλλία στη Βόρειο Ευρώπη. Συχνά, το κρασί χαλούσε κατά την διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού κι έτσι, τον 16ο αιώνα, άρχισαν να αποστάζουν το κρασί και να φτιάχνουν ένα είδος brandy το "brandijwin" ή "καμένο κρασί".

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της... Ήταν τότε ο καιρος τρικυμία χαλασμος κόσμου..!

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός
Γιῶργος Σαραντάρης

Δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα... Ο. Ελύτης.

Δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα

«Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.
Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.
Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά.
Για ν’ αποκαλύπτουν ορίζοντες.
Για να υπόσχονται το «παραπέρα». 
Για να λούζουν στο αληθινό φώς τ’ άδεια δωμάτια. 
Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους…»

Ο. Ελύτης

Κάθε μικρή σου υποταγή μειώνει τη δική μου ελευθερία... (Τόλης Νικηφόρου)

γυναίκα

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ' το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στο τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία

Τόλης Νικηφόρου

Τι ν' απόγινε άραγε εκείνος ο θορυβοποιός της νύχτας...

bikerkim62:
“Old school rules…
”
Ο μοτοσικλετιστής 

Τι ν' απόγινε άραγε εκείνος ο θορυβοποιός της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου με τις φρένες μας εδώ μέσα στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι που κοίταζα απ' το παράθυρό μου το νέο φεγγάρι
άκουσα θόρυβο παράξενο να 'ρχεται από ψηλά και μου φάνηκε πως τον είδα
ένας άγγελος πάνω στη μοτοσικλέτα να διασχίζει τους δρόμους τ' ουρανού
κι απ' το σπασμένο καθρεφτάκι του να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ μια ωραία φωτογραφία
να τη στείλω στο κορίτσι μου έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου
με το ένα χέρι στο χειρόφρενο το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου

Θέλω να φαίνεται καλά το καινούριο μου πέτσινο το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου κι εκείνο του θανάτου το αναπόφευκτο

Το Ποιημα Ανηκει στη συλλογή Θαλασσινό ημερολόγιο (1981).

Αγαπώ ένα σπίτι όπου δεν βλέπω τίποτε το παραπανίσιο κι όπου βρίσκω κάθε τι που είναι απαραίτητο. (Πιττακός ο Μυτιληναίος)

jerzee55z:
“From him.. Eisner Julia
”

Μ' ένα τραγούδι ξοστρακίζεις την σιωπή...(Νίκος Ορφανίδης)

 Τα ταξιδιάρικα 

Μ' ένα τραγούδι ξοστρακίζεις 
την σιωπή
και ξεγλιστράς να βρεις της νύχτας,
τα στολίδια
τα μαγικά να σου ξυπνήσουν
παραμύθια
στης φαντασίας σου τον μίτο,
να πιαστείς
την βαρεμένη να σκοτώσεις,
την αλήθεια

Να ζωντανέψεις την ζωή με λίγο φως
με βότανα ραντίζεις και με ξόρκια
τα ταξιδιάρικα που φύγαν μακριά
και του ονείρου σου ξανά
με δυο φιλιά ν’ ανοίξει η πόρτα.

Μες στα νυχτέρια θες ν' αλλάζεις 
την ζωή
και στα φεγγάρια να μιλάς 
απελπισμένη 
με νυχτοπούλια να γυρνάς
ονειρεμένη
στο παραμύθι σου στο τέλος,
να βρεθείς
στου γητευτή ξανά τα χέρια 
σκλαβωμένη

(Νίκος Ορφανίδης)

Ανκ Σου Νάμουν...

cosplay-galaxy:
“The Mummy - Anck-Su-Namun by Andy Rae
”
Ανκ Σου Νάμουν

3.000 π.Χ., Αίγυπτος. 
Ο ανώτατος ιερέας   Ιμχοτέπ διαπράττει το μοιραίο σφάλμα: 
ερωτεύεται την Ανκ Σου Νάμουν, επίσημη ερωμένη του Φαραώ Σέτι

Τυφλωμένος από τη ζήλια και τον παράφορο έρωτα, ο Ιμχοτέπ δεν διστάζει να δολοφονήσει τον Σέτι. 

Το αίμα όμως πρέπει να ξεπλυθεί και ο εγκληματίας να πληρώσει. 

Ο Ιμχοτέπ καταδικάζεται να μουμιοποιηθεί και να θαφτεί ζωντανός! 

Και ίσως αυτή η «φυλακή» να έμενε σφραγισμένη για πάντα εάν, 
αρκετούς αιώνες αργότερα, δεν την παραβίαζαν άθελά τους 
ο αμερικανός τυχοδιώκτης Ρικ Ο’ Κόνελ και η αρχαιολόγος Έβελιν Κάρναχαν

Το σατανικό πνεύμα του Ιμχοτέπ απελευθερώνεται και μαζί η οργή του και ο πόθος του για εκδίκηση. 

Ο παλιάτσος, ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο παλιάτσος, ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποια μακρινή πόλη κάπου στα έγκατα της Κεντρικής Ευρώπης μια κοπέλα όμορφη πολύ, ανεξάρτητη και κοινωνικά καταξιωμένη. Το όνομά της ήταν Νεφέλη και ζούσε φτιάχνοντας κούκλες για κουκλοθέατρο.

Τον πρώτο καιρό έφτιαχνε πολλές κούκλες πανέμορφες που τις αγαπούσαν όλοι όσοι τις αγόραζαν. Η ικανότητά της να μεταφέρει σε αυτές, κάμποση από τη γλυκύτητα της ήταν χαρακτηριστική.


Πολλοί γονείς και παιδιά σύχναζαν κάθε μέρα στο όμορφο μικρό μαγαζάκι της γυρεύοντας κάποιο δώρο, ένα φίλο, κάτι να μοιράζονται όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους και πάντα έφευγαν χαρούμενοι γιατί πάντα έβρισκαν αυτό που ζητούσαν.


Η ζωή της Νεφέλης στη μικρή της πόλη κυλούσε ήρεμα για πολλά χρόνια με αυτούς τους ρυθμούς. Τον Σεπτέμβρη όμως της χρονιάς που δεν άνθισαν οι μυγδαλιές στη χώρα εκείνη, συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή εκείνη πόλη.


Η Νεφέλη το προηγούμενο βράδυ είχε κατασκευάσει μετά από πολλή δουλειά έναν παλιάτσο κούκλο, διαφορετικό από τους άλλους. Αυτός της φαινόταν πιο άσχημος από τις άλλες κούκλες της γιατί δεν είχε το χρόνο να τον κάνει το ίδιο όμορφο.


Πρόχειρα έφτιαξε το σώμα του, γιατί νύσταζε κιόλας, έκοψε λίγο τη μύτη του γιατί άκουσε μια φωνή από το δρόμο που τη τρόμαξε, χρησιμοποίησε μάλιστα και μικρότερο κομμάτι από κάποιο ξύλο που τις είχε απομείνει από άλλη κατασκευή.


Κι έτσι τον άφησε στην άκρη από κάποιο ράφι του μαγαζιού. Οι μέρες κυλούσαν και κανείς δεν τον αγόραζε γιατί ήταν άσχημος πολύ δίπλα σε όλες τις υπόλοιπες πανέμορφες κούκλες που κάθονταν δίπλα του και στόλιζαν το μαγαζί.

Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα... Σήματα οιωνών... Φωλιές πνευμάτων..!

air-med:
“expression-venusia:
“ The Famous Maple - J Expression Photography
” ”

Της Ζαν Μαρί τα χέρια είναι γεροφτιαγμένα... (Αρθούρος Ρεμπώ)

Mαυρισμένα από το καλοκαίρι. Χέρια χλωμά σαν πεθαμένα.
Το χρώμα αυτό το σκοτεινό πώς πήρε τέτοιο χέρι;…
Στις λίμνες μήπως πλέοντας του αισθησιασμού;
Το πρόσωπο αγγίζοντας γεμάτου φεγγαριού, που κύλησε στην αγκαλιά του ήρεμου νερού; 
Τη ζέστη τάχα ρούφηξε βάρβαρου ουρανού, στη λυπημένη μοναξιά κάποιου μεσημεριού;
Κι έκαψε με τη θέρμη του τα χέρια τα γερά, ακουμπισμένα ήσυχα σε γόνατα κομψά;
Τι χέρια τάχα να ’ναι αυτά;…
……………………………………
Χέρια που επανάσταση ξέρουν να τραγουδούν,
της παρηγόριας προσευχές δε κάθονται να πουν. 
Απ’ το λαιμό αν θέλουνε μπορούν να σας αρπάξουν,
εσάς αριστοκράτισσες, ευγενικές αστές,
τα τρυφερά τα άκρα σας, λευκά και βυσσινιά, να τα συνθλίψουν μονομιάς, σαν τα ξερά κλαδιά, με τούτες τις παλάμες τους τις τόσο δυνατές

Η καστανή η λάμψη σας, χέρια αγαπημένα, τ’ αθώα πρόβατα τραβά
Στα δάχτυλά σας τα καρυκευμένα, ρουμπίνι αφήνει ο ήλιος όταν τα κοιτά
Η λαϊκή καταγωγή τα κηλιδώνει, το καφετί τους χρώμα αμαρτωλό λεκέ απ’ το χθες ζητάει να θυμίσει, όμως περήφανος επαναστάτης δεν υπάρχει που αυτά τα χέρια δεν λαχταράει να φιλήσει!

Υπέροχα χλωμά τα χέρια τούτα, χάρισμα ενός ήλιου με αγάπη φορτωμένου,
πάνω στο μπρούντζινο των όπλων χρώμα του Παρισιού του επαναστατημένου.

(Αρθούρος Ρεμπώ)