Η αγριοτριανταφυλλιά, ο Έρωτας και η Τρέλα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η αγριοτριανταφυλλιά, ο Έρωτας και η Τρέλα.
Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος τής Γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες τού ανθρώπου. Η Τρέλα αφού συστήθηκε τρεις φορές στην Ανία τής πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε:

«Τι είναι το κρυφτό;»
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτε- να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία», άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στη σκιά τού Θριάμβου, ο οποίος με τη δύναμή του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.

Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της, οπότε το άφηνε ελεύθερο. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα. Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο γι’ αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο. Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε μια φουντωτή αγριοτριανταφυλλιά και κρύφτηκε εκεί.

«… 1000», μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει. Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με το Θεό για Θεολογία. Ένιωσε το ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε τη Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και το Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.

Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα. Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε μια αγριοτριανταφυλλιά και άρχισε να την κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα τού είχαν πληγώσει τα μάτια.

Η Τρέλα δεν ήξερε πώς να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός τού Έρωτα.

Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει…

Έρχεσαι από τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει εσέ, Ομορφιά; (Σαρλ Μπωντλαίρ)

 «Ύμνος στην ομορφιά»

“Έρχεσαι από τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει εσέ, Ομορφιά; 
Το βλέμμα σου, θείο, σατανικό, μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,
γι αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.

Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση, σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική,
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση, που κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.

Από το μαύρο βάραθρο ή απ’ τ’ αστέρια φτάνεις;
Η μοίρα το φουστάνι σου σαν σκύλος ακλουθά, τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάς τα πάντα Εσύ, δίχως ευθύνη μια.

Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις, η Φρίκη απ’ τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά,
κι ο Φόνος, απ’ τα αρεστά στολίδια που μαζεύεις, χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.

Η αίγλη που γύρω ο θαυμασμός ο εφήμερός σου στέρνει, σπιθοβολά, φλόγα και λέει: «Ευλογημένη Αυτή!
Κι ο αλαφιασμένος εραστής, πάνω από ‘σε όταν γέρνει, χαϊδεύεις, λες, τον τάφο του, σαν να ψυχομαχεί.

Ειτ’ έρχεσαι απ’ τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει, τι, Ομορφιά,, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,
αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει σ’ άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ;

Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου, ω, τι με νοιάζει, αφού μ’ αυτήν τη νεραϊδοματιά,
κάνεις- ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου!- τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;”

(Σαρλ Μπωντλαίρ)

Σαββάτο βράδυ... Νίκος Ορφανίδης.

briannadamra:
“ briannadamra.tumblr.com
”
Νίκος Ορφανίδης... Σαββάτο βράδυ.

Σαββάτο βράδυ κι χαρές σε ξενιτιές σε ξένα χείλη με λουλούδια στολισμένες
εγώ κρατάω τις δικές σου μαχαιριές και της αγάπης τις στιγμές μαρμαρωμένες

Λόγια δεν έχω αλλά τώρα τι να πω σε μια αγάπη που την πήραν άλλα χέρια
Σαββάτο βράδυ δίνω πάλι το παρών στης μοναξιάς κλεισμένος τα νυχτέρια
Είναι απρόβλεπτο της μοίρας το στρατί μες τα συντρίμμια μου να χάνομαι στο κρύο
ψάχνω τον λόγο στης αγάπης την σιωπή αναπολώντας της ζωής μου το βιβλίο

Σαββάτο βράδυ σαν παλιάτσος στην βροχή σε άδειες νύχτες στην σιωπή τους βυθισμένες
μοιρολογάω την δική μου κατοχή και μιας αγάπης τις χαρές τις σκορπισμένες

θρήνος τής Αλώσεως (29 Μαΐου 1453)...

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΙΗΜΑ
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας,
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».

Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».

Κάποτε θα σου διηγηθώ όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου... (Τάσος Λειβαδίτης)

Ηλιοβασίλεμα.  Και η νύχτα έρχεται ... Twilight.  Και η νύχτα έρχεται ...
ΛΥΚΟΦΩΣ

Κάποτε θα σου διηγηθώ όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου, αλλά εσύ δε θα τις γνωρίζεις, κι άλλοτε σε μια πάροδο ή σ΄ένα καφενείο βλέπεις πρόσωπα για πρώτη φορά κι όμως νιώθεις ότι έζησες πολύν καιρό μαζί τους, σε ποιάν άλλη ζωή τάχα ή στη μοναξιά του φθινόπωρου ή μες στ΄όνειρο για έναν κόσμο ωραιότερο – μην παραξενεύεσαι λοιπόν που έμεινα τόσο νέος: εγώ δεν είχα ιστορία όπως και τα ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν είναι πλέον αργά κι αυτές οι πορφυρές ανταύγειες του δειλινού στο βάθος σαν τις πυρκαγιές σε μια παλιά, χαμένη εξέγερση, τι έγινε; κανείς δεν επέζησε για να μαρτυρήσει – δίκαιη ώρα του λυκόφωτος όταν πλανιόμαστε σε προκυμαίες ή ουρανούς, ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν, ενώ από κάπου ακούγεται μια μελωδία παιδική ξεχασμένη, σαν ένας άγγελος που έχασε το δρόμο του – ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δε θα βγούμε παρά για ν αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή…

(Τάσος Λειβαδίτης)

Έχω τα αγάλματά μου... (Ανρί Μισό).

«Τα αγάλματά μου»

Έχω τα αγάλματά μου. 
Μου τα κληροδότησαν οι αιώνες: οι αιώνες της αναμονής μου, 
οι αιώνες των αποθαρρύνσεών μου, 
οι αιώνες της ατελεύτητης, της ακατάπνιχτης ελπίδας μου τα έφτιαξαν.

Και τώρα είν’ εδώ.
Ως αρχαία συντρίμμια, δεν ξέρω διόλου, ακόμη, τι ακριβώς απεικονίζουν.
Η προέλευσή τους άγνωστη μού είναι και χάνεται μέσα στη νύχτα της ζωής μου, 
όπου το σχήμα τους μονάχα γλίτωσε απ’ τον αμείλικτο αφανισμό.

Είναι ωστόσο εδώ, και γίνεται το μάρμαρό τους κάθε χρόνο πιο σκληρό, 
λευκάζοντας πάνω στο μαύρο φόντο μαζών λησμονημένων.

(Ανρί Μισό)

Το γρηγορότερο σκάφος στον κόσμο...

theyachtguy:
““P A N T H E R A” makes a run for her next stop before the sun goes down. See more on my FB page by clicking the link in my bio.
@benetti_yachts
”

Ένα υπέροχο σπίτι... "Το σπίτι της πλημμύρας"..!

"Γιατί κλαις μαμά;"...

Αποτέλεσμα εικόνας για γιατι κλαις μαμα
Ένα μικρό αγόρι ρώτησε τη μαμά του: “

Γιατί κλαις μαμά;
-”Γιατί είμαι γυναίκα” του είπε.
-”Δεν καταλαβαίνω” είπε το μικρό.

Η μαμά του απλά το αγκάλιασε και είπε “και ούτε ποτέ θα καταλάβεις….
Αργότερα το μικρό αγόρι ρώτησε τον μπαμπά του: 
Γιατί η μαμά κλαίει χωρίς λόγο;

-”Όλες οι γυναίκες κλαίνε χωρίς λόγο!” ήταν το μόνο που μπορούσε να πει ο μπαμπάς του.

Το αγοράκι μεγάλωσε και έγινε άντρας, έχοντας ακόμα την απορία για ποιό λόγο κλαίνε οι γυναίκες.

Κάποια στιγμή είχε μια συζήτηση με τον Θεό.
Τότε Τον ρώτησε:
Θεέ μου, γιατί οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;
Και τότε ο Θεός του είπε:

- “Όταν δημιούργησα την γυναίκα έπρεπε να είναι ξεχωριστή. 
Έφτιαξα τους ώμους της δυνατούς αρκετά ώστε να σηκώνουν τα βάρη του κόσμου και απαλά για να προσφέρουν ανακούφιση.

Της έδωσα εσωτερική δύναμη για να μπορεί να υπομένει τις γεννήσεις και την απόρριψη που καμιά φορά προέρχεται από τα παιδιά της. 

Της έδωσα σκληράδα που της επιτρέπει να συνεχίζει όταν οι υπόλοιποι τα έχουν παρατήσει, και να φροντίζει την οικογένεια της μέσω αρρώστιας και κούρασης χωρίς να παραπονιέται.

Της έδωσα ευαισθησία ώστε να αγαπάει τα παιδιά της κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και όταν αυτά την πληγώνουν. 

Της έδωσα δύναμη ώστε να αντέχει τον άντρα της με τα ελαττώματα του και την έπλασα από το πλευρό του για να προστατεύσω την καρδιά του.

Της έδωσα σοφία να γνωρίζει ότι ένας σύζυγος ποτέ δεν πληγώνει την γυναίκα του, απλά ελέγχει τις δυνάμεις της και την αποφασιστικότητα της να παραμείνει δίπλα του χωρίς αμφιβολίες.

Βλέπεις γιε μου ’είπε ο Θεός‘, η ομορφιά της γυναίκας δεν είναι στα ρούχα που φοράει, στη μορφή που έχει ,ούτε στον τρόπο που φτιάχνει τα μαλλιά της…

Η ομορφιά της γυναίκας είναι στα μάτια της… 
γιατί τα μάτια είναι οι πύλες της καρδιάς… το μέρος που η αγάπη κατοικεί”.

Ένας ζωγράφος μπορεί να φτιάξει όπως αυτός νομίζει ένα πρόσωπο ...

brightindie:
“ art.
”

Ρολό γαλλικού τόστ... Με Φράουλες..!

sweetoothgirl:
“ Strawberry Nutella French Toast Roll Ups
”

Ο χορός, το τραγούδι, η αφήγηση και η σιωπή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο χορός, το τραγούδι, η αφήγηση και η σιωπή.
Ο κατατεθλιμμένος, αποθαρρυμένος άνθρωπος, έχοντας την αίσθηση ότι έχασε την ψυχή του, πήγε στον δάσκαλό του για βοήθεια.

Αυτός τον δέχτηκε στην καλύβα του, του πρόσφερε έρωντα  (δίκταμο) και παξιμαδάκια της Κρήτης, με θυμαρίσιο μέλι από τη Σίκινο, και αφού ήπιαν και έφαγαν λιτά, του έκανε τέσσερις κρίσιμες ερωτήσεις:

Πότε σταμάτησες να χορεύεις;
Πότε σταμάτησες να τραγουδάς;
Πότε σταμάτησες να μαγεύεσαι από τις ιστορίες που σου διηγούνταν φίλοι και γνωστοί ή διάβαζες σε βιβλία;
Πότε σταμάτησες να βρίσκεις παρηγοριά στο γλυκό έδαφος της σιωπής;

Και τον συμβούλεψε:

Ο χορός, το τραγούδι, η αφήγηση και η σιωπή είναι τα τέσσερα φάρμακα καθολικής επούλωσης των τραυμάτων της ψυχής. 

Να τα έχεις πάντα στο φορητό φαρμακείο σου και να λαμβάνεις καθημερινά τις σωστές δόσεις τους.

Αφήστε την φαντασία σας και... Φέρτε πολυχρωμία... Όταν τα λουλούδια ανθίζουν δίνουν ζωή..!

maramarta:
“ Yellow
Alessandra photo
”

Ήρθε το καλοκαιράκι πάμε όλοι για μπανάκι... Παγωτά πολλά θα φάμε και καπέλα θα φοράμε..!

Ξανθό μου χαμομήλι η ομορφιά του Απρίλη... (Ντίνος Παπανδρέου)

Ξανθό μου χαμομήλι

Ξανθό μου χαμομήλι η ομορφιά του Απρίλη
το άρωμα του χνώτου του έρωτα του πρώτου
Μικρή δροσοσταλίδα με την ξανθιά πλεξίδα
της άνοιξης αυγούλα και τ’ ουρανού δροσούλα

Χάθηκες και χάθηκε η χαρά μου κι όλο γυρνάς στα όνειρά μου
Ξανθό μου χαμομήλι η ομορφιά του Απρίλη
αγάπη, δάκρυ, φως μου το νόημα του κόσμου

Μικρή μου ειμαρμένη βροχούλα ανθισμένη
χρυσή μου ηλιαχτίδα και της ζωής ελπίδα

Χάθηκες και χάθηκε η χαρά μου κι όλο γυρνάς στα όνειρά μου

(Ντίνος Παπανδρέου)

Ο Θάνατο του Σωκράτη... Απο τον Ζακ-Λουί Νταβίντ..!

Φωτογραφία του χρήστη Χαραλαμπάκης Γιάννης.
Ο Ζακ-Λουί Νταβίντ το 1787 ζωγράφισε τον Θάνατο του Σωκράτη, πίνακα στον οποίο απεικονίζεται ο Σωκράτης πριν πιει το κώνειο, περιτριγυρισμένος από τους δώδεκα μαθητές του. 
Ο Νταβίντ προσπαθεί να πετύχει συσχετισμό με τους δώδεκα μαθητές και το τελευταίο δείπνο του Ιησού Χριστού.

Το όνειρο που έπλασα σαν ήμουνα παιδί θέριεψε και ζωντάνεψε μες τη δική σου αγκάλη... (Ρένα Πάλμου Κοκκίνου)

تجاعيد وجوهنا أتت مبكرة .. مع فراق صديق خيبة حبيب خبر حزين تجاعيدنا لم تأتي بسبب طول العمر بل بكثرة الأشتياق والحنين والخيبة
Από την κ. Ρένα Πάλμου Κοκκίνου

Το όνειρο που έπλασα σαν ήμουνα παιδί θέριεψε και ζωντάνεψε μες τη δική σου αγκάλη
ύμνο λατρείας έψελνα και άναβα δαδί  σε σένα που μου χάριζες του έρωτα τα κάλλη
Μες το αλέτρι της ζωής ζευγάρωσες κοντά μου και βόηθαγες και έδινες ότι εγώ και συ Ήσουνα
πάντα αρωγός στη πίκρα στη χαρά μου μα μες τη στεναχώρια μου της λησμονιάς κρασί
Το βάδισμά σου λίκνισμα αιθέρια οπτασία απ τη καρδιά σου ανάβλυζε χείμαρρος καλοσύνης
και βγήκες όπως πλάστηκες τότε στη φαντασία υπόδειγμα σε όλα σου και της αξιοσύνης
Και ω θεσπέσια χαρά μου έδωσες μια μέρα όταν χαράματα πρωί ακούστηκε φωνή
που ήταν σαν να έλεγε έλα εδώ πατέρα να δεις καρπό που έδωσε ο έρωτας γι αυτή

Μες στο φτηνό ξενοδοχείο... Και στα σεντόνια των πολλών..!

tx-gentleman:
“- TX|G
”
Μες στο φτηνό ξενοδοχείο και στα σεντόνια των πολλών
μες σε καθρέφτες δίχως μνήμη θα ξεκινήσουμε λοιπόν
γλιστρούν τα όνειρα στον ύπνο όπως τα τρένα στο σταθμό
και στην ανάσα σου γυρεύω κάποιο αρχαίο σκηνικό

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια που ‘μαι τόσο μοναχή
νιώθω πως γερνώ τα βράδια και χρωστάω στη ζωή
ίσως φταίνε τα φεγγάρια και πολλοί με λεν τρελή
που όλο ψάχνω στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί
ίσως φταίνε τα φεγγάρια ίσως πάλι φταις κι εσύ

(Τάσος Σαμαρτζής)

Τα τριαντάφυλλα σερβίρονται και έτσι..!

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί..! (Οδυσσέας Ελύτης)

random-photos-x:
“Kawazu-sakura (Kawazu cherry tree) by kenken_AB. (http://ift.tt/2mhv3XL)
”
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά — κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουμε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το «τί» και το «έ»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Οδυσσέας Ελύτης

Οι τρεις γυναίκες και η Ευτυχία...

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι τρεις γυναίκες και η Ευτυχία.
Το παλιό καιρό, ταξίδευαν τρεις γυναίκες και, ξαφνικά, βλέπουν μπροστά τους, μέσα σε έναν μεγάλο λάκκο, μια τέταρτη γυναίκα, παγιδευμένη. 
Με έκπληξη καταλαβαίνουν πως είναι η Ευτυχία.
Τότε η πρώτη γυναίκα λέει:

– Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως, μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή κι ευτυχισμένη έφυγε.

Η δεύτερη γυναίκα απευθύνθηκε στην Ευτυχία και της είπε:
– Θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως, εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα το άρπαξε κι ευτυχισμένη έφυγε.

Η τρίτη γυναίκα παρέμενε σιωπηλή. 
Η Ευτυχία, μέσα από τον λάκκο, της είπε τότε:
– Πες μου κι εσύ τι θέλεις να σου δώσω;
Η γυναίκα έσκυψε, άπλωσε το χέρι της και της είπε:

Το αρχαιότερο ερωτικό ποίηµα...

Γαµπρέ, αγαπηµένε της καρδιάς µου, σαν το µέλι γλυκιά είναι η οµορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπηµένο της καρδιάς µου µε µάγεψες.

Άσε µε να σταθώ τρέµοντας, µπροστά σου, να σε αγγίξω µε το χάδι µου.
Το χάδι µου είναι ακριβό, πιο απολαυστικό είναι από την οµορφιά.
Σαν το µέλι µε το γάλα.

Γαµπρέ, πες στη µητέρα µου, θα σου δώσει λιχουδιές.
Στον πατέρα µου, θα σου δώσει δώρα. Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω.

Γαµπρέ κοιµήσου στο σπίτι µας ως την αυγή, τη καρδιά σου ξέρω πώς να ευχαριστήσω.
Λιοντάρι κοιµήσου στο σπίτι µας ως την αυγή.

Εσύ, επειδή µ’ αγαπάς, κύριέ µου, κύριε προστάτη µου, Σουσίν µου,
εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ, άγγιξέ µε, µε το χάδι σου.

Χρονολογείται περίπου στο 2037 π.Χ. Θεωρείται, το αρχαιότερο ερωτικό ποίηµα που έχει βρεθεί ποτέ.
Το έργο έχει εκτεθεί ήδη σε διάφορα µουσεία του κόσµου.

Να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ... «Είναι όμορφη θεά εδώ και γέρος κουρασμένος σε άλλα μέρη»

"Πνίγομαι μέσα σε μια κούπα θάλασσα... Κάποιος με ανακατεύει"..!

Οταν οι ζέβρες βρίσκονται μέσα σε ένα μεγάλο κοπάδι... Μπερδεύει τα ζώα που θέλουν να τις κυνηγήσουν..!

Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος…(Αντόνιο Ματσάδο)

Όνειρα.  Υπάρχουν πολλοί κόσμοι, πολλά μέσα μας.  Όνειρα.  Υπάρχουν πολλοί κόσμοι, είμαστε, ωθεί την πόρτα.
Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος…

«Όλα περνούν κι όλα μένουν, αλλά δικό μας είναι το να περνάμε
να περνάμε κάνοντας δρόμους, δρόμους πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα, ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη
των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους, τους αβαρείς και αβρούς,
σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν κι αμέσως να σπάνε…
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…

Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…
Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος μόνο απόνερα στη θάλασσα.»

Πάμε να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε... (Βύρων Λεοντάρης)

volodiunacapinera:
“♠…Non voglio vedere… voglio solo sentire, percepire. Voglio solo sfiorare, solo immaginare… solo credere di accarezzare. Desidero solo vivere, senza pensare… per qualche secondo… solo volare…
Web
”
“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
 τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.

Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…
 Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.

 Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;

 Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.

 -Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”

(Βύρων Λεοντάρης)

Στην ποικιλία βρίσκεται η νοστιμιά... (Ιζαμπέλ Αλιέντε)

viperaromantica:
“ Non era fatta per i piccoli turbamenti, i rancori meschini, le invidie dissimulate, le opere di carità, gli affetti logorati, la cortesia amabile o le considerazioni banali. Era uno di quegli esseri nati per la grandezza di un solo...
«…το μόνο πραγματικά αλάνθαστο αφροδισιακό είναι ο έρωτας. 
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει το φλογερό πάθος δύο ερωτευμένων. 
Σ’ αυτή την περίπτωση δεν έχουν σημασία τα γεράματα, ο ενθουσιασμός της ηλικίας, η σωματική ασχήμια ή η έλλειψη ευκαιριών, οι ερωτευμένοι καταφέρνουν ν’ αγαπιούνται, γιατί εξ ορισμού αυτή είναι η μοίρα τους.»

"Δεν υπάρχει πόρτα, μήτε κλειδαριά, ούτε ένα μπουλόνι για να μπορέσετε με αυτά να περιορίσετε την ελευθερία του μυαλού μου"... (Βιρτζίνια Γούλφ)

Απ’ τους σταθμούς, καθάρματα ορμίστε κυματοειδές... (Αρθούρ Ρεμπώ)

Παρισινό όργιο... (Αρθούρ Ρεμπώ)

Απ’ τους σταθμούς, καθάρματα ορμίστε κυματοειδές!
Από του ήλιου τις ακτίνες είναι πλυμένη
Η δημοσιά, όπου βάδιζαν των βαρβάρων οι ορδές.
Η πόλη ιερή εδώ μπροστά σας απλωμένη!

Εμπρός! Έσβησε η φωτιά κι δε θα ξανασηκωθεί.
Να των προκυμαίων τα φανάρια, ιδού οι δρόμοι, κι εδώ
Παν’ από σας τ’ ανέφελα ουράνια, εκεί
Προσφάτως σμήνη των βομβών έσερναν το χορό.

Νεκρά και τα παλάτια, και οι οικίες με πόρτες ανοιχτές.
Ο φόβος της ημέρας περασμένης μεταπλάστηκε σε θάρρος.
Ορίστε, εδώ κοπάδι πουτανών που υπόσχονται γιορτές…
Εμπρός! τα πισινά και μπροστινά, ο φάρος!

Ω! σκυλολόι σε εποχή γαυριάσματος με ρούχα κουρέλια!
Η νίκη σας η πύρρειος σας κάνει τέρατα σαρκοβόρα.
Η νύχτα της ακολασίας ήρθε, και οι σπασμοί εντέλεια
Στενεύουν τους οδούς. Καταναλώστε, ήρθε η ώρα!

Να πιείτε! Κι όποτε το φως, σαν γροθιά στο μάτι,
Θα σας ξυπνήσει από του αλκοόλ την μεταλλαγή,
Θα είστε σώμα δίχως πνεύμα απλωμένο στο κρεβάτι.
Δεν πρόκειται να καταλάβετε πως είναι η αυγή. 

Η πρόποση για την βασίλισσα με πλαδαρό της πισινό!
Νύχτα που σκίζει ο βήχας τα σωθικά των κολασμένων,
Και δίπλα χοροπηδάει το συρφετό το καθημερινό:
Λακέδες, κόλακοι, ηλίθιοι, και πλήθος μεθυσμένων.

Ω! ρυπαρές καρδιές! Ω! σιχαμερές γαστέρες!
Πιο δυνατά ρουφήξτε, με το βρομόστομο-οπή!
Για τη γιορτή κακίας, γεμίστε της σαμπανιέρες
Ω! Θριαμβευτές στεφανωμένοι με ντροπή!

Να αναπνέετε τα εξαιρετικά σας αέρια,
Στο δηλητήριο τις άκρες των γλωσσών βουτήξτε!
Παν’ απ’ τα κεφάλια σας, σταυρώνοντας τα χέρια
Ο ποιητής σας λέει: «Παλιάνθρωποι, λυσσάξτε!

Τις χερούκλες σας χώσατε στης Γυναίκας την πληγή,
Με φόβο και λαγνεία έχετε πάνω της σκύψει,
Ενώ εκείνη, κατεχόμενη από την θεϊκή οργή
Εσάς, τα βρωμιάρικα παλιοτόμαρα θα πνίξει.

Παλιάτσοι, άρχοντες, κομπάρσων διάφορων ορδές,
Τι είναι για το Παρίσι-κορασίδα, που δεν σας είχε συνάξει,
Η σάρκα σας, το πνεύμα, το δηλητήριο, και οι κραυγές;
Ως σαπίλα απαίσια, από τον εαυτό της θα αποτινάξει.

Θα πέσετε, απ’ τις φιδότρυπες, θα σας πετάνε κλοτσηδόν, 
Θα ικετεύετε να σας αφήσουν τις συνηθισμένες λιχουδιές.
Θα υψωθεί το στήθος της κόκκινης εταίρας των μαχών,
Και πάνω από σας θα σφίγγονται γροθιές.»

Παρίσι! ποτέ δεν γνώρισες τις ορδές αιμοχαρές,
Μες στην καρδιά σου το μολύβι θαμποφέγγει.
Κείσαι ανάσκελα, κι είναι θλιμμένες κι αυστηρές
Οι κόρες των ματιών σου, όπου η καλοσύνη τρεμοφέγγει.

Ω! πόλη μαρτυρική. Ω! πόλη μισοπεθαμένη.
Όμως το βλέμμα σου στο Μέλλον σ’ έχει οδηγήσει.
Και του Παρελθόν ο σκότος, ω! πόλη ξαπλωμένη,
Από τα βάθη των αιώνων θα σε ευλογήσει!

Η σάρκα σου γεννήθηκε για βάσανα,
Και της ζωής αβάσταχτης οι νόμοι θα ισχύσουν,
Ξανά θα ψηλαφήσουν το κορμί σου κρύα χέρια
Και τα σκουλήκια τα χλομά στο αίμα σου θα διεισδύσουν.

Αυτά τα έρποντα του κακού είναι στην κλίνη επιθανάτια,
Την ανάσα προόδου δε μπορούν να διακόψουν.
Δε θα σβήσουν τα νερά του Στυξ της Καρυάτις τα μάτια,
Εδώ της οικουμένης τ’ άστρα θα προκόψουν.

Πόλη-πληγή τεράστια, δυσώδης,
Μέσα στη Φύση τέτοιο θέαμα, να μη δει κανείς.
Ας είναι φοβερή η όψη σου, αλλά ο ποιητής μανιώδης, 
Θα επαναλαμβάνει: «Είσαι αστέρας αειφανής!»

Εξυψώθηκες από την καταιγίδα στην ποίηση μεγάλη,
Αναβρασμός παθών αδάμαστων σπιθοβολεί,
Βροντά ο θάνατος, αλλά ο θρίαμβος θα έρθει πάλι,
Ω, πόλη εκλεγμένη! ακούς; Η σάλπιγγα καλεί!

Ο Ποιητής σου θα θυμάται όλα: των αθλίων τους λυγμούς,
Το μίσος και των καταδίκων τις κατάρες.
Εδώ τα θηλυκά στου έρωτα ρίχνει τους καημούς,
Σκορπίζει τις στροφές: «Εμπρός! Ληστές και διακονιάρες!»

Έρχεται η τάξη… Ξανασυνδέονται τα νήματα των ροών.
Στους παληοοίκους ανοχής ξανά ο ρόγχος των οργίων,
Και κυριεύει το παραλήρημα των αναπνοών,
Για να ριχτεί στα ύψη μαύρων ουρανών.