«Ποίημα που του λείπει η χαρά, αφιερωμένο σε γυναίκα υπέροχη…» Του Νίκου Εγγονόπουλου

Αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’  ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
   μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
      γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου — αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
   μαλλιά σου τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

Άνδρας και γυναίκα στο κρεβάτι στις 10 μμ... Τσαρλς Μπουκόφσκι.

Νιώθω σαν κόνσερβα με σαρδέλες, είπε.
Νιώθω σαν έμπλαστρο, είπα.
Νιώθω σαν σάντουιτς με τόνο, είπε.
Νιώθω σαν τομάτα κομμένη σε φέτες, είπα.
Νιώθω σαν νά’ρχεται βροχή, είπε.
Νιώθω σαν να σταμάτησε το ρολόι, είπα.
Νιώθω σαν η πόρτα νά’ναι ξεκλείδωτη, είπε.
Νιώθω σαν ένας ελέφαντας να μπαίνει μέσα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να πληρώσουμε το νοίκι, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρούμε καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να μη θέλω να δουλέψω, είπα.
Νιώθω σαν να μη νοιάζεσαι για μένα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να παρακάνουμε έρωτα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε περισσότερο έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να θέλω ένα ποτό, είπε.
Νιώθω σαν να θέλω λίγο ουίσκι, είπα.
Νιώθω σαν να καταλήγουμε σε κρασί, είπε.
Νιώθω σαν να’χεις δίκιο, είπα.
Νιώθω σαν να παραδίνομαι, είπε.
Νιώθω σαν να χρειάζομαι ένα μπάνιο, είπα.
Νιώθω σαν να χρειάζεσαι ένα μπάνιο, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να σαπουνίσεις την πλάτη μου, είπα.
Νιώθω σαν να μην μ’αγαπάς, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ, είπα.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα μου τώρα, είπε.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα σου κι εγώ, είπα.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ τώρα, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ εγώ πιο πολύ απ’ό,τι εσύ εμένα, είπα.
Νιώθω υπέροχα, είπε. 
Νιώθω σαν να θέλω να ουρλιάξω.
Νιώθω σαν να θέλω να συνεχίσω για πάντα, είπα.
Νιώθω σαν να μπορείς, είπε.
Νιώθω, είπα.
Νιώθω, είπε.

Νίκος Ορφανίδης... Αποχαυνωμένοι.

Καλημέρα στο απέραντο λιβάδι
Εδώ που βόσκουν λογιών λογιών
Κι εγώ σαν γεράκι παρακολουθώ
Όλες της κινήσεις και απορώ

Γίνετε χαμός
Όλα τα ζώα ανακατεμένα σκυλιά γάτες άνθρωποι 
και οι επιβήτορες στον κόσμο τους παραδομένοι
Και η μέρα κυλάει ήσυχα
φυλακισμένη στον ύπνο της 

Τα παιδιά περιμένουν την κίνηση απ’ το κοντρόλ
Να μπουν στην σειρά, οι μεγάλοι αποχαυνωμένοι
Και εγώ παρακολουθώ
Πλάι μου ένα κοτσύφι τσιτσιρίζει
Με κοιτάζει με αγωνία

Είμαι χορτάτος ας μου λείπει
Όλοι μαζί τραγουδάνε
Όλα κυλάνε ήσυχα
Όλα έτοιμα να κατασπαράξουν τον πλησίον

Όλα μα κανένα δεν τολμά
Ούτε ένας επαναστάτης
Χαθήκαν όλοι τους, τους έχει πνίξει η πόρνη η καλοπέραση
Όλοι στου ύπνου την μπότα φυλακισμένοι

Αποχαυνωμένοι και εγώ παρακολουθώ
Κρυμμένος πίσω απ’ το τζάμι απόμαχος
Βόσκοντας το δικό μου κοπάδι
Μακριά από της ύαινες!!!!!

H ανάρτηση του ταυρομάχου που έβαλε τα κλάματα...

3130507:
“ This incredible photo marks the end of Matador Torero Alvaro Munera’s career. He collapsed in remorse mid-fight when he realized he was having to prompt this otherwise gentle beast to fight. He went on to become an avid opponent of...
Ταυρομάχος ξέσπασε σε κλάματα στη μέση της ταυρομαχίας, όταν συνειδητοποίησε, πως εξανάγκαζε ένα κατά τα άλλα ευγενικό ζώο, να πολεμήσει για τη ζωή το.

Αυτή η εκπληκτική φωτογραφία σήμανε το τέλος της καριέρας του ταυρομάχου Αλβάρο Μουνέρα.

Ο ίδιος, πλέον τάσσεται δημόσια ενάντια στις ταυρομαχίες.

Ο Μουνέρα, αργότερα δήλωσε για τη στιγμή εκείνη...
«Και ξαφνικά, έστρεψα το βλέμμα μου προς τον ταύρο. 
Είχε στα μάτια του μια αθωότητα, που βλέπεις σε κάθε ζώο, και με κοίταξε με αυτή, σα να με ικέτευε να σταματήσουμε. 
Ήταν, μια κραυγή απόγνωσης για δικαιοσύνη που διαπέρασε όλο μου το είναι. 
Το περιγράφω σα μια ανθρώπινη προσευχή, καθώς όταν κάποιος εξομολογείται, ελπίζει ότι θα συγχωρεθεί. 
Ένιωσα, σαν το χειρότερο πλάσμα πάνω στη Γη»

Νύμφη Καλλιστώ...

Η νύμφη αυτή, οπαδός της Αρτέμιδος πήρε όρκο να παραμείνει παρθένα και δεν μπήκε στον πειρασμό να σπάσει τον όρκο της ούτε ακόμη και για χάρη του Δία, όσο τουλάχιστον αυτός διατηρούσε την ανδρική του μορφή. 
Όταν όμως ο Δίας μεταμορφώθηκε ως Άρτεμις, η Καλλιστώ παρασύρθηκε στην αγκαλιά της θεάς. 
Ο Ησίοδος έγραψε ότι όταν ανακαλύφτηκε το συμβάν η Καλλιστώ μεταμορφώθηκε σε αρκούδα πριν ακόμα γεννήσει τον γιο της τον Αρκά. 
Η Καλλιστώ και ο Αρκάς τοποθετήθηκαν αργότερα στα αστέρια ως οι αστερισμοί της Μεγάλης Άρκτου και της Μικρής Άρκτου.

Μια ιστορία με πολλούς αποδέκτες...

Αυτή είναι η ιστορία τεσσάρων ανθρώπων:
Του Καθενός, του Κάποιου, του Οποιουδήποτε και του Κανενός.
Μια σημαντική δουλειά έπρεπε να γίνει και ο Καθένας ήταν βέβαιος ότι ο Κάποιος θα την έκανε.
Ο Οποιοσδήποτε μπορούσε να την κάνει, αλλά ο Κανένας δεν την έκανε.
Ο Κάποιος θύμωσε μ' αυτό, γιατί ήταν δουλειά του Καθενός.
Ο Καθένας νόμιζε ότο μπορούσε να την κάνει ο Οποιοσδήποτε, αλλά ο Κανένας δεν κατάλαβε ότι ο Καθένας δεν θα την έκανε.
Στο τέλος, ο Καθένας κατηγόρησε τον Κάποιο που ο Κανένας δεν έκανε αυτό που ο Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να έχει κάνει.

Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό το οφείλει στο θρύλο για τη «θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα»

Σχετική εικόνα
ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό το οφείλει στο θρύλο για τη «θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα», που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι 

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:

«Αλοίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.»

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:

«Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.»

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.

Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.»

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:

«Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
«Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;»

«Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.»
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
«Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.»

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.»

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.»
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:

«Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.»

Ένα κορίτσι λυγερό... (Μάνος Χατζιδάκις)

Ένα κορίτσι λυγερό 
φεγγαροχτυπημένο,
με ζουρνά ξετρελαμένο.

Μεθά χορεύει και πηδά
πάνω από νέφη και φωτιές,
τον ερχομό του τραγουδά
μέσα σε δάση από ιτιές.

Το κορίτσι θα τον φέρει
σ’ άγνωστα λημέρια
να χτυπήσει θάλασσες,
να καρφώσει αστέρια.

(Μάνος Χατζιδάκις)

Εκεί κάτω στο ποτάμι Ζούνε δυο μικρά παιδιά... (Μάνος Χατζιδάκις).

Το ποτάμι

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούνε δυο μικρά παιδιά
Τόνα βλέπει δεν ακούει
Τ’ άλλο ακούει μα δε βλέπει
Και τα δυο ξέρουν πως πρέπει
Να ‘χουν μόνο μια καρδιά
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Τα παιδιά μένουν παιδιά

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και τη θάλασσα ποτίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια δύστυχη τρελή
Π’ αγαπούσε ένα πουλί

Το παιδί που δεν ακούει
Της σκοτώνει το πουλί
Κι από τότες δε γνωρίζει
Πως την βλέπει το ποτάμι
Σαν γυναίκα ή σαν πουλί;

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Κι απ’ τη θλίψη ξεχειλίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούσ’ ο κύριος Δικαστής
Κυνηγούσε τα θηρία
Κι αγαπούσε μια Κυρία
Ώς την ώρα που η τρελή
Πνίγει την μικρή Κυρία
Που τη νόμισε παιδί

Κ’ έτσι ο Δικαστής μονάχος
Προτιμά να σκοτωθεί
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Θάψανε το Δικαστή

Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και την πίκρα μου ποτίζει

Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια νύφη ερημική
Που σαν τέλειωσεν ο γάμος
Έφυγε ο γαμπρός το βράδυ
Και δεν ήρθε την αυγή
Έτσι η νύφη στολισμένη
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Έγινε κι αυτή κραυγή

(Μάνος Χατζιδάκις)

Σ’ αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει...

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει,
περισσότερο απ΄όσο ένας ποιητής ονειρεύεται ή ένας ερωτευμένος αισθάνεται.

Είσαι το σύννεφο με το υπέροχο άρωμα που στάλθηκε απ΄τον παράδεισο,
για να ρίξει πάνω μου τη βροχή του, την ευλογημένη δροσιά.

Αισθάνομαι την καρδιά σου, τις φλέβες σου να κυλούν μέσα στις δικές μου,
χωρίς καμιά χαραμάδα ανάμεσα μας για να χωθεί ο ακάθαρτος κόσμος.

Η καρδιά μου στέκει απέναντι στη δική σου, αντικρίζει τη δίδυμη εικόνα της,
σαν δυο χέρια που πλέκονται σε αέρινο όρκο.

Μέσα μας κόκκινο κρασί ενώνεται με κόκκινο κρασί,
φτιάχνουν μείγμα μεθυστικό από άρωμα, αύρα και δροσιά του πρωινού.

Η έμπνευση μου κατοικεί μέσα στα μάτια σου,
τα χείλη σου ενώνονται με τα δικά μου και οδηγούν την ποίηση μου.

Σε σένα και σε μένα η φωτιά φουντώνει, χωρίς κανείς να ρίχνει ξύλα.
Μολονότι είμαστε ήρεμοι, η καταιγίδα ξεσπά μέσα μας.

Ενα ποίημα για την αγάπη και τον έρωτα από τον Λιβανέζο ποιητή Llyas Abu Shaaka, (1903-1947), που πρωταγωνίστησε στο ρεύμα του Ρομαντισμού τις δεκαετίες του 1930 και 1940 στη πατρίδα του, απελευθερώνοντας την έκφραση των συναισθημάτων στην ποίηση.

Από μακριά ιδωμένα με τα πανιά τους ανοιχτά... Τα ιστιοφόρα είναι πουλιά που πετούν γερτά, αγγίζοντας με τη μια φτερούγα το νερό..!

275jesuss:
“Fine art on the sunset . by Manuel. Roger cielo, luz, velas, fino, HDR
”
Δεν αρκεί να μπεις απλώς σ’ ένα οποιοδήποτε πλοίο με πανιά και να πεις: “Να, τώρα ταξιδεύω μ’ ιστιοφόρο”. Πρέπει τα πανιά του να είναι δικά σου πανιά όταν ανοίγουν, και η πρώρα του να είναι δική σου πρώρα όταν σχίζει το νερό. Και δεν μπορούν όλοι να ’χουν από ένα τέτοιο ιστιοφόρο – μα ούτε μπορεί να είναι κοινόχρηστο και συνάμα να ’ναι αγαπημένο, όπως πρέπει να είναι, ώστε να ταξιδεύει σαν όνειρο.

"Άσε τους ανέμους να μας πάνε όπου θέλουν... Άσε τους ανέμους και το τυφλό κρασί"..!

Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να κρατήσει το τιμόνι σε τούτους τους καιρούς;
Χάλασε κι η πυξίδα χαθήκαν οι προορισμοί τα κύματα σηκώθηκαν ως το μυαλό σβήσανε οι αιώνες τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Άσ’ τους ανέμους να μας πάνε όπου θέλουν άσ’ τους ανέμους και το τυφλό κρασί το ματωμένο φως πάνω στα χείλη σου, το ψέμα και η ομορφιά σου

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Λιγόστεψαν τα παγκάκια... Για τους ερωτευμένους και τους ονειροπόλους σε αυτή την πόλη..!

pakse:
“ Sweden Stockholm
”
Λιγόστεψαν τα παγκάκια για τους ερωτευμένους και τους ονειροπόλους ποιητές σε αυτή την πόλη. 
Δεν βρίσκουν τόπο να σταθούν οι στίχοι και οι όρκοι της αιώνιας αγάπης. 
Κάποιοι ανεμοδαρμένοι απαγκιάζουν πλέον στα παγκάκια μας.
Απόκληροι και άστεγοι, πένητες και φυγάδες κατέλαβαν τις θέσεις στάθμευσης των μοσχαναθρεμμένων οπισθίων μας. 
Εκεί που κάποτε χαράζαμε καρδιές κι ονόματα, τώρα κάποιος ανέστιος κοιμάται.

Πέτρος Κατσάκος

"Στο καφενείο έρχεται ο χοντρός νονός μου με τις λίρες"..! (Μίλτος Σαχτούρης)

«Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου
με τις λίρες
Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
— Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.»

(Μίλτος Σαχτούρης)

Cafe... Americano..!

tx-gentleman:
“ - Cafe Americano
”

Δες τον αετό! Πετάει... Μην τον ζηλέψεις κι εσύ μπορείς..! (Αλέξανδρος).

mistymorrning:
“Source:imgfave-hero
”
ΓΙΝΕ ΑΕΤΟΣ

Δες τον αετό! Πετάει
Μην τον ζηλέψεις κι εσύ μπορείς!
Φτάνει να το πιστέψεις
Και η σκέψη σου, θα σε κάνει αετό

Έναν αετό, που θα πλανάρει
Και θα βλέπει!
Τις ομορφιές και τις ασχήμιες
Γιατί η ζωή έχει απ όλα

Ένα πέταγμα
Που θα σε κάνει, ποιο σοφό
Γιατί ο ανοιχτός ορίζοντας
Είναι αυτό που λείπει

Και όταν το κάθε τι
Το βάλεις στη θέση του
Γιατί όλα έχουν μια θέση
Η ζωή θα πάρει την πραγματική της διάσταση

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

"Ρώτησαν την αμυγδαλιά, αν υπάρχει Θεός... Και η αμυγδαλιά άνθισε"..!

Του μέλλοντος η μέρες στέκονται μπροστά μας... Σαν μια σειρά κεράκια αναμμένα..!

Κλαίει η γυναίκα το φεγγάρι γελάει... Το φεγγάρι κλαίει η γυναίκα γελάει..!

redheadeddoll75:
“ mistymorrning:
“ Source:imgfave-hero
”
Pretty
”
Καίει καίει η νύχτα οι άνθρωποι τρώνε ονομάζοντας σκοτεινές αρρώστειες η γυναίκα λέει για ένα γάμο ανεβαίνει ανεβαίνει φωτεινή ρουκέτα στον ουρανό η νύφη ο γαμπρός κόλλησε στη γη γεμάτος κόκκινα στίγματα και στάχτη κλαίει η γυναίκα το φεγγάρι γελάει το φεγγάρι κλαίει η γυναίκα γελάει

Μίλτος Σαχτούρης

Coffeeholic... Μέχρι την τελευταία σταγόνα..!

walletsandwhiskey:
“ Good until he last drop ☕️ #coffeeholic
”

Το αλφαβητάρι των άστρων συλλαβίζεις... Ωπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας..!

«Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέραςκαι βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες, πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη….
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης…»
Γ. Σεφέρης

Ράντγιαρντ Κίπλινγκ... Αν...

Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη
κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,
κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,
στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά,
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,
κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,
κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,
αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις
όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,

αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν,
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…
Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Ο ξυλοκόπος και το τσεκούρι...

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ξυλοκόπος και το τσεκούρι
Μια φορά ένας σωματώδης και δυνατός ξυλοκόπος ζήτησε δουλειά σε κάποιο χονδρέμπορο ξυλείας.

Ο έμπορος τον προσέλαβε με καλό μισθό και καλές συνθήκες δουλειάς. 
Έτσι ο ξυλοκόπος αποφάσισε να δώσει τον καλύτερο εαυτό του.
Το αφεντικό του έδωσε ένα τσεκούρι και του υπέδειξε που να δουλέψει. 

Την πρώτη μέρα ο ξυλοκόπος έφερε 18 κορμούς δένδρων.
Συγχαρητήρια,” είπε το αφεντικό. “Συνέχισε έτσι!
Χαρούμενος από τα λόγια του αφεντικού, ο ξυλοκόπος προσπάθησε ακόμη περισσότερο την επόμενη ημέρα αλλά μπόρεσε να φέρει μόνο 15 κορμούς. 
Την Τρίτη μέρα προσπάθησε ακόμα πιο πολύ, αλλά έφερε μόνο δέκα κορμούς. 
Κάθε μέρα, ενώ προσπαθούσε δυνατότερα, έφερνε όλο και πιο λίγους κορμούς.

Θα πρέπει να χάνω δυνάμεις”, σκέφτηκε ο ξυλοκόπος. 
Τότε πήγε στο αφεντικό και ζήτησε συγνώμη, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τι έχει συμβεί.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που τρόχισες το τσεκούρι;” ρώτησε το αφεντικό.
Να το τροχίσω; Δεν είχα χρόνο να το τροχίσω. 
Ήμουν πολύ απασχολημένος κόβοντας δέντρα…

Έτσι συμβαίνει και στην πραγματική μας ζωή. 
Δεν βρίσκουμε ποτέ χρόνο να ακονίσουμε “το τσεκούρι”. 
Συμβαίνει καθημερινά να είμαστε όλο και πιο απασχολημένοι και παράλληλα πιο δυστυχισμένοι.

Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; 
Μήπως ξεχάσαμε να είμαστε έξυπνοι; 
Δεν υπάρχει πρόβλημα στο να εργάζεται κάποιος πολύ σκληρά. 
Αλλά δεν πρέπει να εργάζεται τόσο σκληρά ώστε να παραμελεί τα σημαντικά καθημερινά πράγματα, όπως την προσωπική ζωή, την προσευχή, την οικογένεια, το διάβασμα κτλ κτλ. 

Όλοι χρειαζόμαστε χρόνο να χαλαρώσουμε, να σκαφτούμε, να μάθουμε και να αναπτυχθούμε.

Αν δεν βρούμε χρόνο να τροχίσουμε “το τσεκούρι”, γινόμαστε νωθροί και ο νους χάνει τις ικανότητες του.