Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη... (Τάσος Λειβαδίτης)

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.

Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

Μητρικό γαλαγκαλιαγάλιασμα... (Μαρίας Μπουρουτζόγλου)

Από τα σπλάχνα σου βγαίνει η ζωή
κι απ’την αγκάλη σου
ζεστή κι ασφαλής αναβλύζει  του μαστού η πηγή.

Έρπει το σπλάχνο σου με μιας και τη βρίσκει
τώρα δα δίνει το πρώτο φιλί.
Και παίρνει δώρο μητρικό
το γάλα αυτό το γιατρικό.

Πόσο ευφραίνεται η καρδούλα του
που από στοργή διψά
κι εσύ μάνα το κοιτάς ευλαβικά.

Το λικνίζεις στην αιώρα της αγκάλης σου
κι αυτό χορτάτο, ήρεμο, τείνει ν’ αποκοιμηθεί
με τη ρόγα σου στο στόμα του
και το χεράκι του το στήθος να κρατεί.

Τον πόθο σου μάνα στοργική,
τον πόθο σου να’ναι γερό
τώρα θαρρείς πως τον εβγάζεις κι ησυχάζεις.

Το στοματάκι του μωρού σου που τώρα σε τραβάει
ξέρεις εσύ ότι σ’ολάκερη ζωή
για Εσένα μητέρα θα μιλάει
Και μέσα από εσένα
Όλο τον κόσμο θα αγαπάει.

Ποίηση της: Μαρίας Μπουρουτζόγλου Μαία, Καθηγήτρια Εφαρμογών, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης
Υποψήφια διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Πόσα προσωπεία φοράμε... Και άλλα πόσα κάτω απ΄ αυτά?.. Στην όψη πάνω της ψυχής μας?

Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα... Προσπαθείς να την κλείσεις μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο..! (Νικηφόρος Βρεττάκος)

"Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα.
Ο σφυγμός μου αδυνάτισε. 
Προσπαθείς να την κλείσεις
μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο. 
Έγινε κόκκινο.
Όλο κοκκίνισαν.
Τα σεντόνια μου έγιναν παραπόταμοι ανάμεσα στα βουνά. 
Παραπόταμοι κόκκινοι ανάμεσα στ’ άστρα.

(Νικηφόρος Βρεττάκος)

Σαν ένα βιβλίο παλιό... Ανάμεσα στα φύλλα της λησμονιάς..!

Την άτιμη την σκάλα... Σαν κατέβαινα, από την πόρτα έμπαινες... Και σε μια στιγμή... Είδα το άγνωστό σου..!

Ελάχιστοι είναι οι άγγελοι που τραγουδάνε... Μες στην παλάμη του χεριού μου χίλια βιολιά χωράνε..!

Έκλεισα το μπαλκόνι μου
γιατί δε θέλω να ακούω το κλάμα,
όμως πίσω από τους γκρίζους τοίχους
μονάχα κλάμα ακούω και τίποτ΄άλλο 

Ελάχιστοι είναι οι άγγελοι που τραγουδάνε
ελάχιστα σκυλιά αλυχτούν
μες στην παλάμη του χεριού μου χίλια βιολιά χωράνε. 

Αλλά το κλάμα είναι ένας σκύλος απέραντος
το κλάμα είναι ένας άγγελος απέραντος
το κλάμα είναι ένα πελώριο βιολί
τα δάκρυα σκέπασαν τη φωνή του ανέμου
και δεν ακούς πια τίποτ΄άλλο παρά κλάμα.

(Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα)

Ο χορός της ζωής...

Κάποιοι χάνουν όλο το μυαλό και γίνονται ψυχή: 
τρελοί.

Κάποιοι χάνουν όλη την ψυχή και γίνονται μυαλό: διανοούμενοι. 

Κάποιοι τα χάνουν και τα δυο και γίνονται: αποδεκτοί. 

(Τσαρλς Μπουκόφσκι)

"Κολύμπησε προς το κενό... Κολύμπησε προς το θάνατο"..!

gothicandamazing:
“  Model: Mamiko
Photo: A.M.Lorek Photography
MUA: Jola Gorzelak Visage Art & Lashes
Fashion designer: Bibian Blue
Welcome to Gothic and Amazing|www.gothicandamazing.com
”

H Εμα Στόουν... Χορεύει και.... Κολάζει..!

Οι Σειρήνες και ο Οδυσσέας από τον William Etty, 1837.

loumargi:
“The_Sirens_and_Ulysses_by_William_Etty,_1837
”

Θυελλώδη κύματα στους πίνακες του Ιβάν Αϊβαζόφσκι

Ηλιοτρόπιο, το φυτό που κρύβει έναν μεγάλο έρωτα και ακολουθεί πάντα τον ήλιο.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Ηλιοτρόπιο, το φυτό που κρύβει έναν μεγάλο έρωτα και ακολουθεί πάντα τον ήλιο.
Τα ηλιοτρόπια αναπτύσσονται ακολουθώντας την πορεία του Ήλιου στον ουρανό, ενώ τη νύχτα στρέφονται αργά προς την ανατολή, περιμένοντας το επόμενο ξημέρωμα.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ήλιος ήταν ερωτευμένος με την Ωκεανίδα Νύμφη, Κλυτία. 
Τον έρωτα αυτό αποφάσισε να καταστρέψει η Αφροδίτη, θέλοντας να πάρει εκδίκηση. 
Η θεά είχε εξοργιστεί, επειδή ο Ήλιος φανέρωσε την κρυφή ερωτική της σχέση με τον Άρη. 

Τον καταράστηκε, λοιπόν, να ερωτευτεί παράφορα την Λευκοθόη, κόρη του βασιλιά της Περσίας Όρχαμου και της Ευρυνόμης. 

Επειδή ήταν πάρα πολύ όμορφη, ο Ήλιος έριχνε τις ακτίνες του μόνο πάνω της.
Ανέτειλε κάθε πρωί νωρίτερα και έδυε αργότερα, ώστε να μπορεί να τη θαυμάζει.

Κάποια στιγμή θέλησε να την πλησιάσει και για να μπει στο διαμέρισμα της αγαπημένης του, πήρε τη μορφή της Ευρυνόμης. 
Κατάφερε να διώξει τις σκλάβες και να μείνει μόνος μαζί της, με τα εξής λόγια: «Φύγετε τώρα γιατί έχω κάποιο μυστικό να ανακοινώσω στην κυρά σας». 

Τότε αποκάλυψε στη Λευκοθόη την ταυτότητα και τις προθέσεις του: 
«Εγώ είμαι αυτός που σας βλέπει όλους και φωτίζει το Σύμπαν, είμαι το φως του κόσμου και σε αγαπώ». 

Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Λευκοθόη τρομοκρατήθηκε. 
Ο Ήλιος χωρίς να χάσει καιρό πήρε την πραγματική του μορφή και απέκτησε τη συνηθισμένη λαμπρότητα του. 

Τότε η νεαρή κοπέλα τον ερωτεύτηκε παράφορα. 
Η πρώην ερωμένη του Ήλιου, η Κλυτία, ζήλεψε την ευτυχία τους. 
Πληροφόρησε τον βασιλιά Όρχαμο για τα καμώματα της κόρης του και εκείνος την τιμώρησε. 

Την έθαψε ζωντανή και ζήτησε να τη σκεπάσουν με ένα λόφο άμμου. 
Ο Ήλιος προσπάθησε να σώσει τη Λευκοθόη, αλλά ήταν πολύ αργά. 
Η κοπέλα είχε πεθάνει από ασφυξία. 

Για να τιμήσει τη μνήμη της, την περιέχυσε με αμβροσία και πότισε τη γη γύρω της λέγοντας: 
«Θα κάνω τουλάχιστον ό,τι χρειάζεται για να ανέβεις στον ουρανό». 

Αμέσως το κορμί της Λευκοθόης έβγαλε ρίζες και έγινε το δέντρο που παράγει το λιβάνι. 
Από εκείνη την ημέρα ο Ήλιος διέκοψε κάθε επαφή με την Κλυτία και την περιφρονούσε. 

Η απελπισία της την οδήγησε σε θανάσιμο μαρασμό. 
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ριζώσει στη γη και να μετατραπεί σε ένα φυτό με κίτρινο χρώμα. 

Πρόκειται για το ηλιοτρόπιο, το λουλούδι που στρέφεται στη μεριά του ήλιου και μαρτυρά τον έρωτα της Κλυτίας προς τον θεό. 

Λέγεται πως το ηλιοτρόπιο όταν βρεθεί κοντά σε δέντρα που παράγουν λιβάνι τα μαραίνει και μαραίνεται και το ίδιο αμέσως μετά.  

Πηγή: «Ελληνική Μυθολογία, ο Ναός των Μουσών», Εκδόσεις Μίλητος

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ»... (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης).

by Plioart Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. 
«Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα, 
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία. 

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα, 
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα, 
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα. 

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο, 
και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο, 
περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου. 

Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα, 
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα, 
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω, 
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. 

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη· 
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι. 
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…» 

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, 
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος. 
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, 
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. 

Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν, 
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν, 
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε. 

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει 
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει. 
«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις; 

Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις, 
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, 
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;… 

Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω». 
«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος. 
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με, 
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με. 

Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη, 
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη. 
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια… 
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια… 

Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη… 

Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη· 
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, 
γίγαντας στέκω εμπρός σου!» 
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του. 

Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
σα να ’ταν από χιόνι. 
Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη, 
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα. 

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

“Το σπάνιο δώρο” της Κικής Δημουλά

«Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.

Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.

Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.

Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν’ ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.

Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.»

«Ωδή στην Αφροδίτη».... Το ωραιότερο δείγμα σαπφικής ποίησης...!

Το ωραιότερο δείγμα σαπφικής ποίησης, το μοναδικό πλήρες ποίημα, που κατέχομε από την μεγάλη ποιήτρια, είναι αναμφισβήτητα η «Ωδή στην Αφροδίτη», ένας από τους μεγαλύτερους θησαυρούς της αρχαιότητας, που έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα.

Αθάνατη Αφροδίτη του Διός κόρη
που σε φανταχτερό κάθεσαι θρόνο
κι όλο στήνεις παγίδες της αγάπης·
εσένα Δέσποινα παρακαλώ
μη – να χαρείς – μη ρίχνεις άλλο βάρος
από καημούς και πίκρες στην ψυχή μου…

Ημέρα του Πατέρα ... Πότε καθιερώθηκε και πότε εορτάζεται.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ημέρα του Πατέρα
Γιορτή του Πατέρα ή Ημέρα του Πατέρα ονομάζεται η ετήσια κινητή εορτή προς τιμήν του πατέρα, των πατρικών δεσμών και γενικά της επιρροής των πατέρων στην κοινωνία. 

Γιορτάζεται κάθε χρόνο την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου σε πολλές χώρες παγκοσμίως (ανάμεσά τους και η Ελλάδα), αν και σε ορισμένες χώρες η ημερομηνία μπορεί να διαφέρει. 
Θεωρείται συμπληρωματική εορτή μαζί με την ημέρα της μητέρας.

Η πρώτη γνωστή ιστορικά περίπτωση οργανωμένου εορτασμού της Ημέρας του Πατέρα έλαβε χώρα στο Φέαρμοντ της Δυτικής Βιρτζίνιας των Ηνωμένων Πολιτειών στις 5 Ιουλίου 1908. 

Διοργανώθηκε από την Γκρέις Γκόλντεν Κλέιτον (Grace Golden Clayton), η οποία ήθελε να γιορτάσει προς τιμήν των 210 νεκρών πατέρων, που έχασαν τη ζωή τους σε ορυχείο στην αποκαλούμενη Τραγωδία του Μόνονγκα (Monongah Mining disaster). 

Ακολούθησαν πολλές προσπάθειες ανάδειξης της Ημέρας του Πατέρα, ωστόσο, αυτό συνέβη επίσημα πολύ αργότερα, το 1972, όταν ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον οριστικοποίησε τη γιορτή ως μόνιμη εθνική εορτή των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Στην Ελλάδα, καθιέρωσαν τη γιορτή οι διαζευγμένοι πατεράδες μέσω του Συλλόγου για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥΓΑΠΑ) από τον ιδρυτή Νίκο Σπιτάλα, εξαιτίας της απαξίωσης του πατέρα από τη δικαιοσύνη, στα διαζύγια.

Πηγή: wikipedia.org.